ἐπειδὴ δὲ ἐπέφανεν ἡμῖν ὁ Ἐμμανουὴλ, ἀνακεκραγώς τε καὶ λέγων “Ἐγὼ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον τῶν ”κοιλάδων,” τότε δὴ μόλις τῆς ἐνούσης εὐοσμίας αὐτῷ κεκλημένοι πρὸς μέθεξιν, τῆς ἐκείνου δυσωδίας κατεγνώκαμεν. <Θάρσει γῆ, χαῖρε καὶ εὐφραίνου, ὅτι ἐμεγάλυνεν Κύριος τοῦ ποιῆσαι. θαρσεῖτε κτήνη τοῦ πεδίου, ὅτι βεβλάστηκε τὰ πεδία τῆς ἐρήμου, ὅτι ξύλον ἤνεγκε τὸν καρπὸν αὐτοῦ, ἄμπελος καὶ συκῆ ἔδωκαν τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. καὶ τὰ τέκνα Σιὼν χαίρετε καὶ εὐφραίνεσθε ἐπὶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν, διότι ἔδωκεν ὑμῖν βρώματα εἰς δικαιοσύνην, καὶ βρέξει ὑμῖν ὑετὸν πρώιμον καὶ ὄψιμον, καθὼς ἔμπροσθεν, καὶ πλησθήσονται αἱ ἅλωνες σίτου, καὶ ὑπερεκχυθήσονται αἱ ληνοὶ οἴνου καὶ ἐλαίου.> Ἔθος τοῖς ἁγίοις προφήταις, ἐκ τῶν κατὰ μέρος, καὶ ὡς πρὸς ὀλίγους ἀγαθῶν, ἐκκομίζειν τὸν λόγον ἐπὶ τὰ καθόλου τε καὶ γενικώτερα· ταῦτα δέ ἐστι τὰ διὰ Χριστοῦ. πρόεισι δὴ οὖν εἰς τοῦτο πάλιν ἡμῖν ὁ λόγος. πότε γὰρ δέδοται τὸ χρῆναι θαρσεῖν τῇ γῇ· πότε δὲ αὖ καὶ ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μεθ᾽ ἡμῶν; εἰ μὴ ὅτε Θεὸς ὢν ὁ Λόγος γέγονεν ἄνθρωπος, ἵνα τοῖς ἄνωθεν ἀγαθοῖς ἐπικλύζων τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν εὑρίσκοιτο τοῖς εἰς αὐτὸν πιστεύουσιν “Ὡς ποταμὸς ”εἰρήνης, ὡς χειμάῤῥους” τρυφῆς, ὡς πρώιμός τε καὶ ὄψιμος ὑετὸς, καὶ ἁπάσης νοητῆς εὐκαρπίας δοτήρ.
Μετάφραση
Επειδή όμως φανερώθηκε σε εμάς ο Εμμανουήλ, φωνάζοντας και λέγοντας: «Εγώ είμαι το άνθος της πεδιάδας, το κρίνο των κοιλάδων», τότε πια, αφού κληθήκαμε σε μέθεξη της δικής του ευωδίας, καταδικάσαμε τη δυσωδία εκείνου. <Έχε θάρρος γη, χαίρε και ευφραίνου, διότι ο Κύριος μεγαλούργησε. Έχετε θάρρος ζώα του κάμπου, διότι βλάστησαν οι πεδιάδες της ερήμου, διότι το δέντρο έφερε τον καρπό του, η άμπελος και η συκιά έδωσαν τη δύναμή τους. Και εσείς, τέκνα της Σιών, να χαίρεστε και να ευφραίνεστε για τον Κύριο τον Θεό σας, διότι σας έδωσε τροφές εις δικαιοσύνην, και θα ρίξει σε εσάς πρώιμη και όψιμη βροχή, όπως και πρωτύτερα, και θα γεμίσουν τα αλώνια με σιτάρι, και θα ξεχειλίσουν τα πατητήρια από κρασί και λάδι.> Αποτελεί συνήθεια των αγίων προφητών, από τα μερικά και για λίγους αγαθά, να αναγάγουν τον λόγο στα καθολικά και γενικότερα· αυτά δε είναι τα όσα παρέχονται δια του Χριστού. Εκεί λοιπόν προχωρά πάλι ο λόγος μας. Διότι πότε δόθηκε το δικαίωμα να έχει θάρρος η γη; Και πότε πάλι μεγαλούργησε ο Κύριος ενεργώντας σε εμάς; Παρά μόνο όταν ο Λόγος, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος, προκειμένου, κατακλύζοντας την υφήλιο με τα άνωθεν αγαθά, να γίνει για όσους πιστεύουν σε αυτόν «ως ποταμός ειρήνης, ως χείμαρρος» τρυφής, ως πρώιμος και όψιμος υετός, και ως χορηγός κάθε νοητής ευκαρπίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες