ὅτι μὴ ἐξῆν Ἰουδαίοις τῆς ἐκνεμηθείσης αὐτοῖς ἀπονοσφίζεσθαι χώρας, μήτε μὴν ἀλλοφύλοις ἐπιφοιτᾶν, μήτε πόλεσιν ἐμβάλλειν εἰδωλολατρεῖν εἰθισμέναις. μῶμος δὲ τὸ χρῆμα παρ᾽ αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἀνύποπτον εἰς ἀπόστασιν· ἐδόκει δὴ εἶναι καὶ ἔξω νόμου, καὶ τῶν ἐν αἰτίᾳ καὶ δίκῃ. καὶ γοῦν ὁ μὲν Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς ἀπολισθήσειν αὐτοῦ τῆς σωτηρίας, τῆς ὡς ἐν πίστει φημὶ, διεβεβαιοῦτο σαφῶς, εἰ μὴ ἕλοιντο καταδράττεσθαι παρόντος ἔτι καὶ ἐνδημοῦντος ἐν κόσμῳ· ἔφασκε γάρ “Ἔτι μικρὸν χρόνον μεθ᾽ ”ὑμῶν εἰμὶ, καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά με. ζητήσετέ με “καὶ οὐχ εὑρήσετε· καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ”ἐλθεῖν·” οἱ δὲ τὴν Ἰουδαίων ἀπόστασιν ἐπὶ τὰ ἔθνη κατονειδίζοντες, ἔφασκον ἀμαθῶς “Ποῦ μέλλει οὗτος πορεύεσθαι ”ὅτι ἡμεῖς οὐχ εὑρήσομεν αὐτόν; μὴ εἰς τὴν διασπορὰν “τῶν Ἑλλήνων μέλλει πορεύεσθαι, καὶ διδάσκειν τοὺς ”Ἕλληνας;” ὡς γὰρ ἐξίτηλόν τε καὶ ἔξω τριβῆς, καὶ συνηθείας ὡς ἀπωτάτω τοῖς παρ᾽ αὐτοῖς, ὑπὸ μῶμον ἄγουσι τὸ τοῖς Ἑλλήνων ἀναφύρεσθαι δήμοις. ὅτι τοίνυν οὐ μεμένηκεν ἐν τοῖς τῆς Ἰουδαίας ὅροις, συνέπλει δὲ αὐτοῖς εἰς Ταρσοὺς, δέχονται τὰς ὑποψίας, διατεκμαίρονται δὲ ὅτι παραιτεῖται τάχα που καὶ τὴν ἐν νόμῳ ζωὴν, καὶ τοῖς τῶν Ἑλλήνων ἔθεσιν ἑαυτὸν ἐπιδοὺς, τὴν ὡς ἐκ προσώπου Θεοῦ μεμελέτηκε φυγήν. <Καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν Τί σοι ποιήσομεν, καὶ κοπάσει ἡ θάλασσα ἀφ᾽ ἡμῶν;
Μετάφραση
διότι δεν επιτρεπόταν στους Ιουδαίους να απομακρύνονται από τη χώρα που τους είχε παραχωρηθεί, ούτε βέβαια να συναναστρέφονται με αλλοεθνείς, ούτε να εισέρχονται σε πόλεις που είχαν συνηθίσει στην ειδωλολατρία. Αυτό το πράγμα αποτελούσε αιτία μομφής για αυτούς, και καθόλου υπεράνω υποψίας για αποστασία· φαινόταν δηλαδή να είναι και εκτός νόμου, και από τα παραπτώματα που επιφέρουν κατηγορία και δίκη. Και μάλιστα, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός διαβεβαίωνε σαφώς ότι θα εκπέσουν από τη σωτηρία Του, εννοώ τη σωτηρία μέσω της πίστεως, εάν δεν επέλεγαν να τον αποδεχθούν όσο ήταν ακόμη παρών και κατοικούσε στον κόσμο. Διότι έλεγε: «Ακόμη λίγο χρόνο είμαι μαζί σας, και πηγαίνω προς εκείνον που με έστειλε. Θα με αναζητήσετε και δεν θα με βρείτε· και όπου είμαι εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε». Εκείνοι δε, χλευάζοντας την αποστασία των Ιουδαίων προς τα έθνη, έλεγαν από άγνοια: «Πού πρόκειται αυτός να πάει, ώστε εμείς δεν θα τον βρούμε; Μήπως πρόκειται να πάει στη διασπορά των Ελλήνων και να διδάσκει τους Έλληνες;». Επειδή, λοιπόν, ήταν κάτι το ασυνήθιστο και εντελώς ξένο προς την πρακτική τους, και εντελώς μακριά από τις συνήθειές τους, κατακρίνουν ως επιλήψιμο το να αναμειγνύονται με τα πλήθη των Ελλήνων. Επειδή, επομένως, δεν παρέμεινε στα όρια της Ιουδαίας, αλλά έπλεε μαζί τους προς την Ταρσό, αντιλαμβάνονται τις υποψίες και συμπεραίνουν ότι ίσως εγκαταλείπει και τη ζωή σύμφωνα με τον νόμο, και, παραδίδοντας τον εαυτό του στα έθιμα των Ελλήνων, σχεδίασε τη φυγή μακριά από το πρόσωπο του Θεού. <Και του είπαν: Τι να σου κάνουμε, για να κοπάσει η θάλασσα από εμάς;>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες