Ἰησοῦς ἀπεστάλη μετάνοιαν κηρῦξαι, καὶ Ἰωνᾶς ἀπεστάλη. ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἔφυγεν ἀγνοῶν τὸ ἐσόμενον, ὁ δὲ ἑκουσίως παραγέγονεν ἐπὶ μετανοίᾳ τῆς σωτηρίας. Ἰωνᾶς ἐκάθευδεν ἐν τῷ πλοίῳ καὶ ἔῤῥεγχε θαλάσσης χειμαζομένης, καὶ Ἰησοῦ καθεύδοντος κατ᾽ οἰκονομίαν ἐπηγείρετο ἡ θάλασσα πρὸς τὸ γνωσθῆναι μετὰ ταῦτα τοῦ καθεύδοντος τὴν δύναμιν. ἐκείνῳ ἔλεγον· τί σὺ ῥέγχεις; ἀνάστηθι, ἐπικαλοῦ τὸν θεόν σου, ἵνα διασώσῃ ἡμᾶς ὁ θεός. ὧδε λέγουσι τῷ δεσπότῃ· κύριε σῶσον ἡμᾶς. ἐκεῖ εἶπον Ἐπικαλοῦ τὸν θεόν σου, καὶ ὧδε Σῶσον. ἀλλ᾽ ἐκεῖνος μὲν λέγει, ἄρατέ με καὶ ἐμβάλλετε εἰς τὴν θάλασσαν καὶ κοπάσει ἡ θάλασσα ἀφ᾽ ὑμῶν. ὧδε δὲ αὐτὸς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. κἀκεῖνος μὲν ἐβλήθη εἰς κοιλίαν κήτους, οὗτος δὲ κατῆλθεν ἑκουσίως ὅπου τὸ νοητὸν τοῦ θανάτου κῆτος. ἑκουσίως δὲ κατῆλθεν, ἵνα ἐξεμέσῃ τοὺς καταποθέντας ὁ θάνατος κατὰ τὸ γεγραμμένον· ἐκ χειρὸς ᾅδου ῥύσομαι αὐτούς, καὶ ἐκ χειρὸς θανάτου λυτρώσομαι αὐτούς.
Μετάφραση
Ο Ιησούς εστάλη για να κηρύξει μετάνοια, εστάλη και ο Ιωνάς. Αλλά ο μεν έφυγε, αγνοώντας αυτό που επρόκειτο να συμβεί, ενώ ο δε προσήλθε εκουσίως για τη μετάνοια της σωτηρίας. Ο Ιωνάς κοιμόταν στο πλοίο και ροχάλιζε ενώ η θάλασσα βρισκόταν σε τρικυμία, ενώ όταν ο Ιησούς κοιμόταν, κατά θεία οικονομία σηκώθηκε η θάλασσα, ώστε να γίνει γνωστή στη συνέχεια η δύναμη Εκείνου που κοιμόταν. Σε εκείνον έλεγαν: «Τι κοιμάσαι τόσο βαριά; Σήκω, επικαλέσου τον Θεό σου, για να μας διασώσει ο Θεός». Εδώ λένε στον Δεσπότη: «Κύριε, σώσε μας». Εκεί είπαν: «Επικαλέσου τον Θεό σου», και εδώ: «Σώσε». Αλλά εκείνος μεν λέει: «Σηκώστε με και ρίξτε με στη θάλασσα, και θα κοπάσει η θάλασσα για εσάς». Εδώ όμως Αυτός επιτίμησε τους ανέμους και τη θάλασσα, και έγινε μεγάλη γαλήνη. Και εκείνος μεν ρίφθηκε στην κοιλιά του κήτους, ενώ Αυτός κατήλθε εκουσίως εκεί όπου βρίσκεται το νοητό κήτος του θανάτου. Κατήλθε δε εκουσίως, για να εξεμέσει ο θάνατος όσους είχε καταπιεί, σύμφωνα με το γεγραμμένο: «Θα τους γλιτώσω από το χέρι του άδη, και θα τους λυτρώσω από το χέρι του θανάτου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες