ἀνακεκράγει δὲ πάλιν περὶ τῆς τῶν ἀπειθούντων πληθύος “Κύριε παντο- ”κράτορ, οὐκ ἐκάθισα ἐν συνεδρίῳ παιζόντων αὐτῶν, ἀλλ᾽ “ηὐλαβούμην ἀπὸ προσώπου χειρός σου· κατὰ μόνας ἐκαθή- ”μην, ὅτι πικρίας ἐνεπλήσθην.” τὸ δέ γε ἱζῆσαι κατὰ μόνας, τὸν ἠρεμαῖον οἶμαί που κατασημαίνει βίον, καὶ τὸ ἀπαλλάττεσθαι μερίμνης καὶ φροντίδος βιωτικῆς, καὶ τὸ μὴ ἀναμὶξ ἰέναι τοῖς ἄλλοις, οἱ τὴν φιλήδονον καὶ φιλόσαρκον τετιμήκασι ζωήν. ἀπονυστάζει δὴ οὖν ὁ Προφήτης, οὐκ ἀφειδήσας τοῦ πρέποντος, ἀλλ᾽, ὡς ἔφην ἤδη, πρὸ τῆς τῶν χειμώνων ἐμβολῆς. διανύττει γεμὴν ὁ πρωρεὺς, χρῆναι δὴ μᾶλλον εἰπὼν ἐπικαλεῖσθαι τὸν Θεὸν αὐτοῦ. λυπεῖ γὰρ ἀείπως τοὺς κινδυνεύοντας τὸ δοκεῖν ἀμείνους δειμάτων εἶναί τινας, καὶ οὐκ ἐν καιρῷ τιμῆσαι τὸ ῥᾴθυμον. <Καὶ εἶπεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ Δεῦτε βάλωμεν κλήρους καὶ ἐπιγνῶμεν τίνος ἕνεκεν ἡ κακία αὕτη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. καὶ ἔβαλον κλήρους καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ἰωνᾶν.> Περιεργότατα μὲν οἱ πλωτῆρες καὶ ἀσύνηθές τι μελετῶσι καὶ ξένον, τὸ ἐπείγεσθαι κλήρῳ διαμαθεῖν τὸν ἐφ᾽ ᾧ λελύπηται ὁ Θεός. πλὴν οἰκονομεῖται καὶ τοῦτο χρησίμως, ὡς ἂν γένοιτο καταφανὴς ὁ νομίσας δύνασθαι φυγεῖν ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ· πίπτει γὰρ ὁ κλῆρος ἐπ᾽ αὐτὸν, καὶ τὸν ἐκ τοῦ πράγματος ἔλεγχον ὑπομένων ὁρᾶται. ἐδεδίει γὰρ, κατὰ τὸ εἰκὸς, τῆς οἰκείας σκέψεως προαλεστέραν ποιεῖσθαι τὴν κατάῤῥησιν.
Μετάφραση
Ανακραύγαζε δε πάλι σχετικά με το πλήθος αυτών που απειθούσαν: «Κύριε παντοκράτορ, δεν κάθισα σε συνέδριο αυτών που εμπαίζουν, αλλά ευλαβούμουν ενώπιον του χεριού σου· καθόμουν ολομόναχος, διότι γέμισα από πικρία». Το να κάθεται δε ολομόναχος, νομίζω πως υποδηλώνει τον ήρεμο βίο, και την απαλλαγή από κάθε βιωτική μέριμνα και φροντίδα, και το να μην αναμειγνύεται με τους άλλους, οι οποίοι τίμησαν τη φιλήδονη και φιλόσαρκη ζωή. Αποκοιμιέται λοιπόν ο Προφήτης, όχι επειδή παραμέλησε το πρέπον, αλλά, όπως ήδη είπα, πριν από την επέλαση των καταιγίδων. Τον ξυπνά όμως ο πρωρέας, λέγοντάς του ότι μάλλον πρέπει να επικαλεστεί τον Θεό του. Διότι πάντα προκαλεί λύπη σε εκείνους που κινδυνεύουν το να φαίνεται πως κάποιοι είναι απαλλαγμένοι από τους φόβους, και να επιδεικνύουν ραθυμία σε ακατάλληλο καιρό. <Και είπε ο καθένας στον πλησίον του: Ελάτε να ρίξουμε κλήρους και να μάθουμε για ποιον λόγο μας βρήκε αυτή η συμφορά. Και έριξαν κλήρους και ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά.> Μεγάλη περιέργεια προκαλεί και είναι ασυνήθιστο και ξένο αυτό που μηχανεύονται οι ναυτικοί, το να σπεύσουν δηλαδή να μάθουν μέσω κλήρου εξαιτίας ποιου δυσαρεστήθηκε ο Θεός. Πλην όμως και αυτό οικονομήθηκε χρησίμως, ώστε να γίνει φανερός εκείνος που νόμισε ότι μπορούσε να ξεφύγει από το πρόσωπο του Θεού· διότι ο κλήρος πέφτει σε αυτόν, και τον βλέπουμε να υφίσταται τον έλεγχο από το ίδιο το γεγονός. Διότι φοβόταν, όπως ήταν φυσικό, να προβεί στην ομολογία της ενοχής του πιο βιαστικά από την ίδια του τη σκέψη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες