εἶτα ῥαγδαίου τοῖς ὕδασιν ἐμβεβηκότος πνεύματος, ἀφορήτως κατεχειμάζοντο· καὶ τὸν ἐπὶ τοῖς ἐσχάτοις κίνδυνον ὑπομένοντες, καθεύδοντα διανύττουσι συνόντα Χριστὸν, διαῤῥήδην ἀνακεκραγότες “Ἐπιστάτα σῶσον, ”ἀπολλύμεθα.” ὁ δὲ διεγερθεὶς, φησὶν, ἐπετίμα μὲν τῇ θαλάσσῃ τό “Σιώπα, πεφίμωσο” μετ᾽ ἐξουσίας εἰπὼν, διέσωζε δὲ τοὺς μαθητάς. τύπος δὲ ἄρα τὸ δρώμενον ἦν τῶν τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει συμβεβηκότων. δι᾽ αὐτοῦ γὰρ, ὡς ἔφην, ἀπηλλάγμεθα καὶ θανάτου καὶ φθορᾶς καὶ ἁμαρτίας καὶ παθῶν, καὶ ὁ πάλαι χειμὼν ἀπελήλαται, μετακεχώρηκε δὲ πρὸς γαλήνην τὰ καθ᾽ ἡμᾶς. <Καὶ προσηύξατο Ἰωνᾶς πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ ἐκ τῆς κοιλίας τοῦ κήτους, καὶ εἶπεν Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου, καὶ εἰσήκουσέ μου· ἐκ κοιλίας ᾅδου κραυγῆς μου ἤκουσας φωνῆς μου.> Ἀδικηθεὶς μὲν οὐδὲν, οἴκῳ δὲ ὥσπερ τῷ κήτει χρησάμενος, ἔννους τε ὑπάρχων, καὶ κατ᾽ οὐδένα τρόπον ἢ σῶμα τυχὸν ἢ φρένας λελωβημένος, αἰσθάνεται τῆς ἐπικουρίας. οἶδε γεγονότα τὸν Θεὸν εὐμενῆ· οὐκ ἠγνοηκὼς δὲ τὸ συμβὰν ἐκ τοῦ κατοκνῆσαι τὴν διακονίαν, τρέπεται πρὸς εὐχὴν, καὶ χαριστηρίους μὲν ἀνατείνει λιτὰς, ὁμοῦ δὲ τὴν δόξαν ὁμολογεῖ τοῦ σώζοντος, καὶ καταθαυμάζει τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀνακηρύττει τὴν ἡμερότητα. δεχθῆναι γὰρ ἔφη τὴν ἑαυτοῦ προσευχὴν, καὶ τοῦτο οἶμαι που προφητικῷ πνεύματι συνιείς.
Μετάφραση
Έπειτα, όταν σφοδρός άνεμος έπεσε στα νερά, κλυδωνίζονταν ανυπόφορα από την τρικυμία· και υπομένοντας τον έσχατο κίνδυνο, ξυπνούν τον Χριστό που βρισκόταν μαζί τους και κοιμόταν, κραυγάζοντας ρητά: «Επιστάτα, σώσε μας, χανόμαστε». Εκείνος δε, αφού σηκώθηκε, λέει, επέπληξε τη θάλασσα λέγοντας με εξουσία «Σιώπα, πεφίμωσο», και διέσωσε τους μαθητές. Άρα, το γεγονός αυτό αποτελούσε τύπο όσων συνέβησαν στην ανθρώπινη φύση. Διότι μέσω αυτού, όπως είπα, έχουμε απαλλαγεί και από τον θάνατο και από τη φθορά και από την αμαρτία και από τα πάθη, και η παλαιά τρικυμία έχει απομακρυνθεί, και τα δικά μας έχουν μεταβεί σε γαλήνη. <Και προσευχήθηκε ο Ιωνάς προς τον Κύριο τον Θεό του από την κοιλιά του κήτους, και είπε: Βόησα μέσα στη θλίψη μου προς τον Κύριο τον Θεό μου, και με εισάκουσε· από την κοιλιά του άδη άκουσες τη φωνή της κραυγής μου.> Αφού δεν έπαθε καμία βλάβη, αλλά χρησιμοποίησε το κήτος σαν κατοικία, έχοντας τα λογικά του και χωρίς να έχει υποστεί καμία απολύτως βλάβη ούτε στο σώμα ούτε στον νου, αισθάνεται τη βοήθεια. Γνωρίζει ότι ο Θεός κατέστη ευμενής· και επειδή δεν αγνοούσε ότι το συμβάν προήλθε από την ολιγωρία του για τη διακονία, τρέπεται σε προσευχή, και αναπέμπει ευχαριστήριες ικεσίες, ενώ ταυτόχρονα ομολογεί τη δόξα Εκείνου που σώζει, και θαυμάζει εξαιρετικά την εξουσία, και διακηρύσσει την ημερότητα. Διότι είπε ότι έγινε δεκτή η προσευχή του, και αυτό νομίζω πως το αντελήφθη με το προφητικό πνεύμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες