Πάνδεινον δὲ τὸ χρῆμα καὶ ὀλέθρου πρόξενον, τὸ ἐξ ὀμμάτων φημὶ γενέσθαι Θεοῦ. τοιγάρτοι καὶ ὁ θεσπέσιος Δαυεὶδ ἐλιπάρει λέγων “Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ”ἀπ᾽ ἐμοῦ, καὶ μὴ ἐκκλίνῃς ἐν ὀργῇ ἀπὸ τοῦ δούλου σου.” ἕψεται δὲ πάντως ταῖς ἀποστροφαῖς τὸ χρῆναι παθεῖν τὴν θείαν ὀργὴν, μᾶλλον δὲ προανατελεῖ που καὶ προηγήσεται τῆς ἀποστροφῆς ὁ θυμός. <Ἆρα προσθήσω ἐπιβλέψαι με πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου;> Οἶδε μὲν ὅτι δυνάμει Θεοῦ τετήρηται, καὶ τῆς ἄνωθεν ἐπικουρίας ἠξιωμένος διεβίω καὶ σέσωσται· καὶ τοῦτο ἐν κήτει καὶ ἐν κοιλίᾳ θηρὸς παραδόξως καὶ ὑπὲρ λόγον. ἐνδοιάζει γεμὴν, κατὰ τὸ εἰκὸς, εἰ καὶ ἐκδοθήσεται καὶ εἰς φῶς ἐλάσει πάλιν. τριπόθητον δὲ ποιεῖται καὶ πολύευκτον ἀληθῶς τὸ καὶ εἰς αὐτὸν εἰσελάσαι τὸν θεῖον ναὸν, ἀναθεῖναί τε τὰς δοξολογίας τῷ σεσωκότι Θεῷ, καὶ τῆς τοιᾶσδε χάριτος εὔχεται τυχεῖν, τὸ πάντα δύνασθαι κατορθοῦν, ὡς ἔφην, ἐπιμαρτυρῶν τῷ Θεῷ. <Περιεχύθη μοι ὕδωρ ἕως ψυχῆς μου· ἄβυσσος ἐκύκλωσέ με ἐσχάτη, ἔδυ ἡ κεφαλή μου εἰς σχισμὰς ὀρέων· κατέβην εἰς γῆν, ἧς οἱ μοχλοὶ αὐτῆς κάτοχοι αἰώνιοι. καὶ ἀναβήτω ἐκ φθορᾶς ἡ ζωή μου πρὸς σὲ, Κύριε ὁ Θεός μου.> Ἀῤῥήτῳ δυνάμει σεσωσμένος παρὰ Θεοῦ, λαμπροτέρας ἠβούλετο τὰς τῶν εὐχαριστηρίων ἀναπέμπειν ᾠδάς.
Μετάφραση
Είναι δε φοβερότατο πράγμα και πρόξενο ολέθρου, εννοώ το να βρεθεί κανείς μακριά από τα μάτια του Θεού. Γι' αυτό άλλωστε και ο θεσπέσιος Δαβίδ ικέτευε λέγοντας: «Μην αποστρέψεις το πρόσωπό σου από εμένα, και μην απομακρυνθείς με οργή από τον δούλο σου». Και βεβαίως στην αποστροφή του προσώπου Του θα ακολουθήσει οπωσδήποτε το να υποστεί κανείς τη θεία οργή, ή μάλλον η οργή κατά κάποιον τρόπο προανατέλλει και προηγείται της αποστροφής. <Άραγε θα μπορέσω να ατενίσω και πάλι τον άγιο ναό σου;> Γνωρίζει μεν ότι έχει διαφυλαχθεί με τη δύναμη του Θεού, και έχοντας αξιωθεί της άνωθεν βοήθειας έμεινε ζωντανός και σώθηκε· και αυτό μάλιστα μέσα σε ένα κήτος και στην κοιλιά του θηρίου, παραδόξως και υπερφυσικά. Αμφιβάλλει, ωστόσο, όπως είναι φυσικό, αν θα ελευθερωθεί και αν θα βγει ξανά στο φως. Θεωρεί δε τριπόθητο και αληθινά πολυπόθητο το να εισέλθει και πάλι στον ίδιο τον θείο ναό και να αναπέμψει δοξολογίες στον Θεό που τον έσωσε, και προσεύχεται να τύχει αυτής της χάριτος, επιμαρτυρώντας στον Θεό, όπως είπα, ότι Εκείνος μπορεί να κατορθώσει τα πάντα. <Με περικύκλωσε νερό μέχρι την ψυχή μου· η έσχατη άβυσσος με έζωσε, βυθίστηκε το κεφάλι μου στις σχισμές των βουνών· κατέβηκα στη γη, της οποίας οι μοχλοί αποτελούν αιώνια δεσμά. Και ας αναβεί από τη φθορά η ζωή μου προς εσένα, Κύριε και Θεέ μου.> Έχοντας σωθεί με την άρρητη δύναμη του Θεού, επιθυμούσε να αναπέμψει πιο λαμπρές τις ευχαριστήριες ωδές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες