ἐκδοθῆναι γὰρ εἰς φῶς εὔχεται, καὶ οἷον ἐξ ᾅδου τῆς τοῦ κήτους ἀνενεχθῆναι γαστρός. <Ἐν τῷ ἐκλείπειν τὴν ψυχήν μου ἀπ᾽ ἐμοῦ, τοῦ Κυρίου ἐμνήσθην· καὶ ἔλθοι πρὸς σὲ ἡ προσευχή μου πρὸς ναὸν ἅγιόν σου.> Τοῖς ἐθέλουσιν εὐδοκιμεῖν οὐκ ἀκερδὴς ὁ πόνος, οὐδ᾽ ἂν νοοῖτο τὸ θλίβεσθαι φορτικόν. καὶ μαρτυρήσει λέγων ὁ μακάριος Δαυείδ “Ἐν θλίψει ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον·” ἕτερος δὲ αὖ τῶν ἁγίων προφητῶν “Κύριε ἐν θλίψει ἐμνή- ”σθημέν σου.” ἐδόκει δὲ σφόδρα καὶ τῷ θεσπεσίῳ Παύλῳ ἀποδέχεσθαι καὶ ἐπαινεῖν τὴν θλίψιν, τὴν ἐπ᾽ ἀρετῇ δηλονότι συμβαίνουσαν. ἔφη γάρ “Ὅτι ἡ θλίψις ὑπομονὴν κατερ- ”γάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμὴν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ “ἐλπὶς οὐ καταισχύνει.” ἐκλειπούσης δὴ οὖν τῆς τοῦ Προφήτου ψυχῆς, τουτέστι τὸν εἰς κίνδυνόν τε καὶ τὸν ἐπ᾽ ἐσχάτοις ὑπομενούσης πόνον, πάλιν τι τῶν ὠνησιφόρων ἐπράττετο. οὐ γὰρ, κατά τινας, εὐθὺς ἀπολισθήσας εἰς ἀκηδίαν τῶν θείων κριμάτων ἐποιεῖτο κατάῤῥησιν, ἀλλ᾽ ἐμνήσθη τοῦ σώζοντος. βεβόηκε γὰρ πρὸς αὐτὸν, δεδίψηκε τὴν ἐπικουρίαν, οὐκ ἀγνοήσας τὴν ἡμερότητα καὶ τὴν τῆς ἰσχύος ὑπεροχὴν, τὰς πρὸς αὐτὸν ἐποιεῖτο λιτὰς, ῥυσθῆναι παρακαλῶν ἐκ θανάτου καὶ φθορᾶς τὴν ἑαυτοῦ ζωήν.
Μετάφραση
Διότι προσεύχεται να βγει στο φως, και σαν από τον άδη να ανασυρθεί από την κοιλιά του κήτους. <Όταν η ψυχή μου εξέλιπε από εμένα, θυμήθηκα τον Κύριο· και είθε να έλθει προς εσένα η προσευχή μου, στον άγιο ναό σου.> Για όσους θέλουν να ευδοκιμήσουν, ο κόπος δεν είναι χωρίς κέρδος, ούτε η θλίψη θα θεωρούνταν επαχθής. Και αυτό θα το μαρτυρήσει ο μακάριος Δαβίδ λέγοντας: «Μέσα στη θλίψη επικαλέστηκα τον Κύριο»· και ένας άλλος πάλι από τους αγίους προφήτες: «Κύριε, μέσα στη θλίψη σε θυμηθήκαμε». Φαινόταν δε ότι πάρα πολύ και ο θεσπέσιος Παύλος αποδεχόταν και επαινούσε τη θλίψη, εκείνη δηλαδή που συμβαίνει για χάρη της αρετής. Διότι είπε: «Επειδή η θλίψη κατεργάζεται υπομονή, και η υπομονή δοκιμή, και η δοκιμή ελπίδα, και η ελπίδα δεν καταισχύνει». Καθώς λοιπόν εξέλιπε η ψυχή του Προφήτη, δηλαδή καθώς υπέμενε τον πόνο του κινδύνου και των έσχατων καταστάσεων, πάλι συνέβαινε κάτι το ωφέλιμο. Διότι δεν γλίστρησε αμέσως στην ακηδία, όπως κάνουν μερικοί, ούτε καταδίκαζε τις θείες κρίσεις, αλλά θυμήθηκε Εκείνον που σώζει. Διότι φώναξε προς αυτόν, δίψασε για τη βοήθειά του, και μη αγνοώντας την πραότητα και την υπεροχή της δύναμής του, του απηύθυνε ικεσίες, παρακαλώντας να λυτρωθεί η ζωή του από τον θάνατο και τη φθορά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες