Οὐ μὲν ὁ θρῆνος αὐτῷ μάτην ἐξεπονήθη, ἀλλ’ οἱ βαρεῖς στεναγμοὶ τὸν ἔλεον ἐφειλκύσαντο, ἀπέλαβε δὲ καὶ τῆς βασιλικῆς αὐθεντίας τὴν ἐξουσίαν καὶ τῆς πρὸς Θεὸν ἱκεσίας τὴν παρρησίαν. Ὁμοίως κἀκεῖνος ὁ τῆς Νινευὴ βασιλεύειν λαχὼν τῷ μὲν πλήθει τῶν ἁμαρτιῶν συνηλαύνετο πρὸς τὸν ὄλεθρον ὁμοῦ τοῖς ἀρχομένοις λαοῖς, καὶ ὁ τῆς ἁμαρτίας ἔλεγχος ἐγγίζειν μετ’ ὀλίγον τὴν προθεσμίαν τῆς τιμωρίας ἐκήρυττεν. Ἐπειδὴ δὲ συνετῶς ἑαυτοὺς κακώσαντες ἔφυγον τὴν πεῖραν τῆς συμφορᾶς, ἐλυπήθη μὲν ὅτι μὴ ἠλήθευσεν ὁ τῶν κακῶν προφήτης καὶ πρὸς τὸν ἔλεον τοῦ Θεοῦ χαλεπῶς ἠγροικίσατο. Ὁ δὲ πανταχοῦ καὶ διὰ λόγων καὶ πράξεων γνωρίζων ἡμῖν, ὅσην ἔχει τὴν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους εὐμένειαν, φύει μὲν τὴν κολόκυνθαν ὑπὲρ κεφαλῆς τῷ προφήτῃ σκέπην τῆς λυπούσης ἀκτῖνος, ὑποκαθεύδοντος δὲ τῇ σκίᾳ ἀθρόον ἀποξηράνας αὐτήν. Εἶτα ὡς δυσκόλως εἶχεν ἀφυπνώσας πρὸς τὸ συμβάν, ὀνειδίζει καὶ μέμφεται. Εἰ ὁ μὲν οὕτως ἐμπαθῶς ἐπιστυγνάζοι τῷ μαρανθέντι λαχάνῳ, ὁ Θεὸς δὲ οὐκ ἂν ἐπεκλάσθη τηλικαύτῃ πόλει ἐγγὺς ἐλθούσῃ κινδύνου;
Μετάφραση
Ο θρήνος του βέβαια δεν έγινε μάταια, αλλά οι βαρείς του στεναγμοί προσέλκυσαν το έλεος, και ανέκτησε τόσο την εξουσία της βασιλικής αυθεντίας όσο και την παρρησία της ικεσίας προς τον Θεό. Ομοίως και εκείνος στον οποίο έλαχε να βασιλεύει στη Νινευή, εξαιτίας του πλήθους των αμαρτιών οδηγούνταν προς τον όλεθρο μαζί με τους υπηκόους του, και ο έλεγχος της αμαρτίας διακήρυττε ότι σε λίγο πλησιάζει η προθεσμία της τιμωρίας. Επειδή όμως, κακουχώντας συνετά τους εαυτούς τους, απέφυγαν τη δοκιμασία της συμφοράς, ο προφήτης των συμφορών λυπήθηκε που δεν επαληθεύτηκε, και δυσφόρησε έντονα με το έλεος του Θεού. Ο Θεός όμως, που παντού και με λόγια και με πράξεις μάς φανερώνει πόση ευμένεια τρέφει για τους ανθρώπους, κάνει να φυτρώσει μια κολοκυθιά πάνω από το κεφάλι του προφήτη, ως σκέπη από την ενοχλητική ακτίνα του ήλιου, και ενώ εκείνος κοιμόταν υπό τη σκιά της, την ξεραίνει ξαφνικά. Έπειτα, καθώς εκείνος όταν ξύπνησε δυσφόρησε για το συμβάν, τον ελέγχει και τον μέμφεται: Εάν αυτός λοιπόν περίλυπος γίνεται με τόσο πάθος για ένα μαραμένο φυτό, ο Θεός δεν θα λύγιζε από ευσπλαχνία για μια τόσο μεγάλη πόλη που έφτασε κοντά στον κίνδυνο;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες