Εὔκολος δὲ λίαν ὁ ἄκακος νοῦς πρός τε λύπας καὶ θυμηδίας. ὄψει δὲ ἀτρεκῆ τὸν λόγον, τοῖς τῶν νηπίων ἤθεσιν ἐνορῶν, ἃ καταλγύνεται μὲν ἐπ᾽ οὐδενὶ πολλάκις, καὶ κλαίει λίαν ἐπὶ μικροῖς· γέγηθε δὲ αὖ, καὶ ἀθρόαν ποιεῖται τὴν ἐκ τοῦ λυπεῖσθαι πρὸς τὸ χαίρειν μετάστασιν, ἐπὶ μικρῷ δὴ πάλιν ἔσθ᾽ ὅτε καταθελγόμενα. ὅνπερ γὰρ τρόπον ἐν τοῖς ἀνθρωπίνοις σώμασι τὰ μὴ λίαν εὐρωστεῖν εἰωθότα πίπτει ῥᾳδίως, προσωθοῦντος τινὸς, κἂν εἰ μὴ τοῦτο δρῴη νεανικῶς, τρυφεροτέρᾳ δὲ ὥσπερ ἅπτηται χειρί· οὕτω καὶ νοῦς ὁ ἀπάνουργος, εὔκολος εἰς ἀποφορὰν τὴν ἐφ᾽ ὁτουοῦν τῶν κατατέρπειν αὐτὸν ἢ καὶ λυπεῖν πεφυκότων. <Καὶ προσέταξεν Κύριος σκώληκι ἑωθινῇ τῇ ἐπαύριον, καὶ ἐπάταξε τὴν κολόκυνθαν καὶ ἀπεξηράνθη. καὶ ἐγένετο “ἅμα τῷ ἀνατεῖλαι τὸν ἥλιον καὶ προσέταξε Κύριος ὁ Θεὸς πνεύματι καύσωνος συγκαίοντι, καὶ ἐπάταξεν ὁ ἥλιος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Ἰωνᾶ. καὶ ὠλιγοψύχησε καὶ ἀπελέγετο τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ εἶπε Καλόν μοι τὸ ἀποθανεῖν ἢ ζῆν με.> Σκώληκα μὲν ἑωθινὴν ὀνομάζει τὴν κάμπην, διάτοι τὸ ἐκ δρόσου τῆς ὑπὸ τὴν ἕω πιπτούσης τὰς τῆς γενέσεως ἔχειν ἀρχάς. προστάττει γεμὴν αὐτῇ καὶ μέντοι καὶ τῷ καύσωνι Θεὸς ὡς ἂν νοοῖτο προστεταχὼς καὶ αὐτῇ τῇ κολοκύνθῃ καὶ τῷ κήτει, καθάπερ ἤδη προείπομεν.
Μετάφραση
Ο άκακος νους ρέπει πολύ εύκολα τόσο προς τις λύπες όσο και προς τις χαρές. Και θα διαπιστώσεις την αλήθεια αυτού του λόγου παρατηρώντας τη συμπεριφορά των νηπίων, τα οποία πολλές φορές θλίβονται για το τίποτα και κλαίνε υπερβολικά για μικροπράγματα· από την άλλη πάλι χαίρονται, και κάνουν απότομη τη μετάβαση από τη λύπη στη χαρά, σαγηνευόμενα μερικές φορές πάλι από κάτι μικρό. Διότι με τον ίδιο τρόπο που στα ανθρώπινα σώματα, εκείνα που δεν συνηθίζουν να είναι πολύ εύρωστα πέφτουν εύκολα όταν κάποιος τα σπρώξει, ακόμη και αν δεν το κάνει με ορμή, αλλά τα αγγίξει σαν με πιο τρυφερό χέρι· έτσι και ο άδολος νους είναι επιρρεπής στο να παρασύρεται προς οτιδήποτε είναι εκ φύσεως ικανό να τον ευφράνει ή και να τον λυπήσει. <Και πρόσταξε ο Κύριος ένα πρωινό σκουλήκι την επόμενη ημέρα, και χτύπησε την κολοκυθιά και ξεράθηκε. Και άμα τη ανατολή του ηλίου πρόσταξε ο Κύριος ο Θεός έναν καυτό άνεμο που κατέκαιγε, και χτύπησε ο ήλιος το κεφάλι του Ιωνά. Και λιγοψύχησε και απελπίστηκε για τη ζωή του, και είπε: Είναι καλύτερο για εμένα να πεθάνω παρά να ζω.> Ονομάζει «πρωινό σκουλήκι» την κάμπια, επειδή ακριβώς αντλεί τις αρχές της γένεσής της από τη δροσιά που πέφτει το πρωί. Προστάζει λοιπόν σε αυτήν, αλλά βεβαίως και στον καύσωνα, ο Θεός, με τον ίδιο τρόπο που νοείται ότι είχε προστάξει και στην ίδια την κολοκυθιά και στο κήτος, όπως ήδη έχουμε προαναφέρει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες