καὶ ἡ μὲν ἀδοκήτως αὐαίνεται· πλήττει δὲ ὁ καύσων σφόδρα, καὶ θερμὸν ἐνίησιν ἀλύοντι σέλας, σκιᾶς δὲ ἔρημον εὑρὼν, ὅθεν αὐτῷ μάλιστα τὰ τῆς δυσθυμίας ἐπετείνετο. καθῖκτο δὲ ἤδη πρὸς τοῦτο μικροψυχίας, ὡς καὶ αὐτὸν πολύευκτον ποιεῖσθαι τὸν θάνατον. <Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰωνᾶν Εἰ σφόδρα λελύπησαι σὺ ἐπὶ τῇ κολοκύνθῃ; καὶ εἶπε Σφόδρα λελύπημαι ἐγὼ ἕως θανάτου.> Ἄθρει δὴ πάλιν τὸν τῶν ὅλων Θεὸν ἐξ ἀμετρήτου φιλανθρωπίας ταῖς ἀκάκοις μάλιστα τῶν ἁγίων ψυχαῖς μονονουχὶ προσαθύροντα, καὶ ταῖς τῶν πατέρων φιλοστοργίαις παραχωροῦντα μηδέν. κατασκιάζει μὲν γὰρ ἡ κολόκυνθα, καὶ ἐπιγάννυται λίαν ὁ Προφήτης αὐτῇ· ἐπιβουλεύει δὲ μετὰ τοῦτο οἰκονομικῶς ἡ κάμπη, πλήττει δὲ καὶ ὁ καύσων χρειωδεστάτην αὐτῷ καὶ ἀναγκαίαν εἰς ὄνησιν ἀποφαίνων τὴν σκιὰν, ἵνα δὴ μᾶλλον ἀλγύνοιτο τῶν ἀρίστων ἐστερημένος· εἶτα ἐπὶ σμικρῷ λυπούμενος, καὶ τοῦτο δεινῶς, τῇ κολοκύνθῃ λέγω, μηκέτι τὴν θείαν αἰτιῷτο φιλανθρωπίαν, εἰ φειδώ τε καὶ ἡμερότητα διανέμειν ἕλοιτο ταῖς τῶν πόλεων περιφανεστάταις, καὶ ἀναριθμήτῳ πληθύϊ τῶν ἐνοικούντων μεμεστωμέναις. ἐρωτᾷ δὴ οὖν εὐτεχνῶς Εἰ σφόδρα λελύπηται, καὶ τοῦτο ἐπὶ λαχάνῳ.
Μετάφραση
Και αυτή μεν απροσδόκητα ξηραίνεται· ο δε καύσωνας πλήττει σφοδρά, και ρίπτει θερμή ακτινοβολία σε αυτόν που δυσφορεί, βρίσκοντάς τον στερημένο από σκιά, πράγμα που ενέτεινε προπάντων τη δυσθυμία του. Είχε δε ήδη φτάσει σε τέτοιο σημείο μικροψυχίας, ώστε να κάνει τον ίδιο τον θάνατο εξαιρετικά επιθυμητό. <Και είπε ο Κύριος προς τον Ιωνά: Μήπως λυπήθηκες εσύ πάρα πολύ για την κολοκυνθιά; Και εκείνος είπε: Λυπήθηκα πάρα πολύ, έως θανάτου.> Παρατήρησε λοιπόν πάλι τον Θεό των όλων, ο οποίος από άμετρη φιλανθρωπία σχεδόν χαριεντίζεται με τις ιδίως άκακες ψυχές των αγίων, μην υστερώντας σε τίποτα από τη φιλοστοργία των πατέρων. Διότι η κολοκυνθιά προσφέρει τη σκιά της, και ο Προφήτης χαίρεται πάρα πολύ με αυτήν· έπειτα όμως, κατ' οικονομίαν, το σκουλήκι την καταστρέφει, και ο καύσωνας πλήττει, αναδεικνύοντας τη σκιά ως κάτι το απολύτως χρησιμότατο και αναγκαίο για την ανακούφισή του, ώστε να λυπηθεί περισσότερο, έχοντας στερηθεί κάτι το τόσο καλό· και έπειτα, έχοντας λυπηθεί για κάτι μικρό, και μάλιστα τόσο δεινά, εννοώ για την κολοκυνθιά, να μην κατηγορεί πλέον τη θεία φιλανθρωπία, επειδή επέλεξε να δείξει ευσπλαχνία και ημερότητα στην πιο επιφανή από τις πόλεις, η οποία ήταν γεμάτη από αναρίθμητο πλήθος κατοίκων. Τον ρωτά λοιπόν με σοφία εάν λυπήθηκε πάρα πολύ, και μάλιστα για ένα λαχανικό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες