Καὶ παρεκάλεσε δὲ τοῦ παρελθεῖν τὸ ποτήριον· γέγραπται γὰρ ταῦτα. Ἀλλ᾽ ἠβουλόμην πάλιν ὑμᾶς ἀποκρίνασθαι· τὸ αὐτὸ γὰρ ἐφ᾽ ἑκάστου τῶν παρ᾽ ὑμῶν προτεινομένων ἀντικρούειν ἀνάγκη. Εἰ μὲν ἄνθρωπος ψιλός ἐστιν ὁ λαλῶν, κλαιέτω καὶ φοβείσθω τὸν θάνατον, ὡς ἄνθρωπος· εἰ δὲ Λόγος ἐστὶν ἐν σαρκὶ (τὰ αὐτὰ γὰρ λέγειν ἀεὶ οὐκ ὀκνητέον), τίνα Θεὸς ὢν εἶχε φοβεῖσθαι; Ἢ διὰ τί τὸν θάνατον ἐφοβεῖτο ζωὴ ὢν αὐτὸς, καὶ ἄλλους ἐκ τοῦ θανάτου ῥυόμενος; Ἢ πῶς λέγων, Μὴ φοβεῖσθε τὸν ἀποκτείνοντα τὸ σῶμα, αὐτὸς ἐφοβεῖτο; Πῶς δὲ ὁ τῷ Ἀβραὰμ λέγων, Μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι· καὶ τὸν Μωσῆν παραθαρσύνων κατὰ τοῦ Φαραὼ, καὶ τῷ τοῦ Ναυῆ λέγων, Ἴσχυε καὶ ἀνδρίζου, αὐτὸς ἐδειλία τὸν Ἡρώδην καὶ τὸν Πιλᾶτον;
Μετάφραση
Και παρακάλεσε βέβαια να παρέλθει το ποτήριο· διότι αυτά είναι γεγραμμένα. Αλλά θα ήθελα πάλι να μου απαντήσετε· διότι είναι ανάγκη να αντιτάσσουμε το ίδιο επιχείρημα απέναντι σε καθετί που προβάλλεται από εσάς. Εάν μεν αυτός που ομιλεί είναι απλός άνθρωπος, ας κλαίει και ας φοβάται τον θάνατο, ως άνθρωπος· εάν όμως είναι ο Λόγος εν σαρκί (διότι δεν πρέπει να οκνούμε να επαναλαμβάνουμε πάντοτε τα ίδια), ποιον είχε να φοβηθεί, όντας Θεός; Ή γιατί φοβόταν τον θάνατο, ενώ ο ίδιος είναι η ζωή, και λυτρώνει άλλους από τον θάνατο; Ή πώς, ενώ έλεγε «Μη φοβάστε αυτόν που αποκτείνει το σώμα», ο ίδιος φοβόταν; Και πώς εκείνος που έλεγε στον Αβραάμ «Μη φοβάσαι, διότι εγώ είμαι μαζί σου», και που ενθάρρυνε τον Μωυσή εναντίον του Φαραώ, και έλεγε στον γιο του Ναυή «Να είσαι ισχυρός και ανδρείος», ο ίδιος δειλίαζε μπροστά στον Ηρώδη και τον Πιλάτο;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες