Ὅμως δὲ καὶ ὁ Ἰορδάνης αὐτὴν ὑπεστέλλετο καὶ δίχα τὸ ὕδωρ ἐτέμνετο καὶ διακεκριμένον εἱστήκει ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰησοῦ τὸ παλαιόν, ὃς ἦν τύπος τοῦ μέλλοντος. Παρῆν δὲ καὶ ἀπὼν ὁ Θεσβίτης καὶ τὸ ἔνδυμα τοῦ φιλοσόφου ἐδεξιοῦτο τὸν μαθητήν, ἀσφαλῆ τοῦ ποταμοῦ χαριζομένης τὴν περαίωσιν τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας καὶ τὰ ἐνδύματα τῶν ἁγίων τιμώσης ὡς ἔμψυχα. Καὶ ἵνα δειχθῇ καθαρῶς ὅτι τὸ περὶ τὸν ποταμὸν θαυματούργημα οὐ διὰ τὴν αἰτίαν ἐγένετο τοῦ πλήττοντος τὸ ὕδωρ, ἀλλὰ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ οἰχομένου καὶ ἀναληφθέντος, πατάξαντος τὸ ὕδωρ τοῦ Ἐλισσαίου ἔρρει τὸ ὕδωρ συνήθως οὐδὲν πεπονθὸς καινόν. Ἐπειδὴ δὲ ἀποτυχὼν ἐπεβόησεν· Ποῦ δή ἐστιν ὁ Θεὸς Ἡλίου, καὶ βοήσας ἐκ δευτέρου καθίκετο, εὐθὺς ὁ ποταμὸς διασχὼν τὸ ῥεῖθρον γυμνὴν ἔδειξε τὴν ξηρὰν καὶ πεζεύσας ὁ προφήτης εἰς τὸ πέραν ἀφίκετο.
Μετάφραση
Αλλά και ο Ιορδάνης υποχωρούσε μπροστά της και το νερό σχιζόταν στα δύο και στεκόταν χωρισμένο, όπως ακριβώς παλαιά επί του Ιησού του Ναυή, ο οποίος αποτελούσε τύπο του μέλλοντος. Ήταν παρών, αν και απών, ο Θεσβίτης, και το ένδυμα του φιλοσόφου υποδέχτηκε τον μαθητή, καθώς η φιλανθρωπία του Θεού χάριζε την ασφαλή διάβαση του ποταμού και τιμούσε τα ενδύματα των αγίων σαν να ήταν έμψυχα. Και για να φανεί καθαρά ότι το θαύμα στον ποταμό δεν συνέβη εξαιτίας εκείνου που χτύπησε το νερό, αλλά προς τιμήν εκείνου που είχε αναχωρήσει και αναληφθεί, όταν ο Ελισσαίος χτύπησε το νερό, αυτό συνέχισε να ρέει συνηθισμένα χωρίς να συμβεί τίποτα το παράδοξο. Επειδή όμως, αφού απέτυχε, αναφώνησε δυνατά: «Πού είναι άραγε ο Θεός του Ηλία;», και φωνάζοντας χτύπησε για δεύτερη φορά, αμέσως ο ποταμός, διαχωρίζοντας το ρεύμα του, αποκάλυψε γυμνή την ξηρά και ο προφήτης περπατώντας έφτασε στην απέναντι όχθη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες