Τῷ μὲν ἀγνοίᾳ τοῦ κρείττονος διαμαρτάνοντι, συγγνώμη δίδοται· ὁ δὲ ἐξ ἐπιστήμης ἀδικῶν, ἀπολογίαν οὐκ ἔχει, προεαλωκὼς ἐν τῷ τοῦ συνειδότος δικαστηρίῳ. ΤΙΤΛ. ΚΒʹ. —Περὶ εὐχαριστούντων καὶ εὐγνωμονούντων· καὶ ὅτι χρὴ τοὺς εὐεργέτας κηρύσσειν. «Τοῖς δύο νεανίσκοις τοῖς κατασκοπήσασιν εἶπεν Ἰησοῦς· Εἰσέλθετε εἰς τὴν οἰκίαν τῆς γυναικὸς, καὶ ἐκβάλετε αὐτὴν, καὶ πάντα τὰ αὐτῆς. Καὶ εἰσῆλθον, καὶ ἐξήγαγον τὴν Ῥαὰβ τὴν πόρνην, καὶ τὸν πατέρα, καὶ τὴν μητέρα, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς.» «Τὰ ἐλέη σου, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα ᾄσομαι.» «Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;» «Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλὴμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου.» «Φρονήσεώς ἐστιν καὶ τὸ εἰδέναι τίνος ἡ χάρις.» «Ὁ ἀνταποδιδοὺς χάριτας, μέμνηται εἰς τὸ μετὰ ταῦτα, καὶ ἐν καιρῷ πτώσεως αὐτοῦ εὑρήσει στήριγμα.» «Χάριν ἀνθρώπου ὡς κόρην συντήρησον.» «Εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον.» «Εἰσερχομένου αὐτοῦ εἰς τὴν πόλιν, ὑπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, καὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσιν.
Μετάφραση
Σε εκείνον μεν που σφάλλει από άγνοια του αγαθού δίνεται συγγνώμη· εκείνος όμως που αδικεί εν επιγνώσει δεν έχει καμία δικαιολογία, εφόσον έχει ήδη καταδικαστεί στο δικαστήριο της συνειδήσεώς του. ΤΙΤΛΟΣ ΚΒʹ. — Περί εκείνων που ευχαριστούν και ευγνωμονούν· και ότι πρέπει να διακηρύσσουμε τους ευεργέτες μας. «Στους δύο νεαρούς που έκαναν την κατασκοπεία, είπε ο Ιησούς: Εισέλθετε στην οικία της γυναίκας, και βγάλτε έξω αυτήν και όλα τα δικά της. Και εισήλθαν και έβγαλαν έξω τη Ραάβ την πόρνη, και τον πατέρα της, και τη μητέρα της, και τους αδελφούς της.» «Τα ελέη σου, Κύριε, εις τον αιώνα θα ψάλλω.» «Τι να ανταποδώσω στον Κύριο για όλα όσα μας προσέφερε;» «Εάν σε λησμονήσω, Ιερουσαλήμ, ας λησμονηθεί η δεξιά μου.» «Χαρακτηριστικό της φρονήσεως είναι και το να γνωρίζει κανείς τίνος είναι η χάρις.» «Αυτός που ανταποδίδει τις ευεργεσίες μεριμνά για το μέλλον, και σε καιρό πτώσεώς του θα βρει στήριγμα.» «Τη χάρη του ανθρώπου διαφύλαξέ την σαν κόρη οφθαλμού.» «Είπε η Μαριάμ: Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο.» «Καθώς εισερχόταν σε μία πόλη, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, οι οποίοι ύψωσαν φωνή λέγοντας: Ιησού επιστάτα, ελέησόν μας. Και αφού τους είδε, τους είπε: Πηγαίνετε και επιδείξτε τους εαυτούς σας στους ιερείς.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες