Καὶ ἀνέβησαν οἱ ἄνδρες καὶ κατεσκέψαντο τὴν Γαΐ, καὶ ἀνέστρεψαν πρὸς Ἰησοῦν, καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· Μὴ ἀναβαινέτω πᾶς ὁ λαὸς, ἀλλ᾽ ὡσεὶ δισχίλιοι ἢ τρισχίλιοι ἄνδρες ἀναβαινέτωσαν, καὶ ἐκπολιορκησάτωσαν τὴν πόλιν. Μὴ ἀναγάγῃς ἐκεῖ τὸν λαὸν ἅπαντα· ὀλίγοι γάρ εἰσι. Καὶ ἀνέβησαν ἐκεῖ ὡσεὶ τρισχίλιοι ἄνδρες, καὶ ἔφυγον ἀπὸ προσώπου ἀνδρῶν Γαΐ, καὶ ἀπέκτειναν ἀπ᾽ αὐτῶν ἄνδρες Γαῒ εἰς τριακονταὲξ ἄνδρας, καὶ κατεδίωξαν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς πύλης, καὶ συνέτριψαν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ καταφεροῦς· καὶ ἐπτοήθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ, καὶ ἐγένετο ὥσπερ ὕδωρ.» Οἱ πόλεις ἑλόντες, καὶ χώρας καταδῃώσαντες, καὶ τὰ ὠμότατα τῶν ἐθνῶν ἀμογητὶ νικήσαντες, ἀκαταμαχήτοις περιτυγχάνουσι τοῖς ἀπὸ τῆς Γαῒ, καὶ μόλις ἐσώζοντο, καὶ ἀπεχώρουν οὐκ ἀζήμιοι, μηδὲ ὅλην ἐν ἀρχαῖς τὴν τῶν μαχίμων πληθὺν ἐν ὅπλοις εἶναι θελήσαντες, εὐκαταγώνιστον δὲ κομιδῇ καὶ ὀλίγοις ἔσεσθαι τὴν πόλιν διαῤῥήδην ὁμολογήσαντες. Μὴ ἀναβαινέτω γὰρ, ἔφασκον, πᾶς ὁ λαὸς, ἀλλ᾽ ὡσεὶ δισχίλιοι ἄνδρες. Πρὸς δὲ τὸ ἀδόκητον πάθος, καὶ τὴν τῆς ἐλπίδος ἐπέκεινα συμφορὰν, βαρυθυμήσαντος λίαν τοῦ Ἰησοῦ, καὶ περιῤῥηγνύντος μὲν τὴν ἐσθῆτα, τῷ δὲ Θεῷ προσπίπτοντος, καὶ τί ποτέ ἐστι τὸ χρῆμα κατατεθηπότος, ἔφη Θεός· «Ἀνάστηθι· ἵνα τί σὺ οὕτω συμπέπτωκας ἐπὶ πρόσωπόν σου;
Μετάφραση
«Και ανέβηκαν οι άνδρες και κατασκόπευσαν τη Γαΐ, και επέστρεψαν στον Ιησού, και του είπαν: Ας μην ανεβεί όλος ο λαός, αλλά ας ανεβούν περίπου δύο ή τρεις χιλιάδες άνδρες και ας εκπολιορκήσουν την πόλη. Μην ανεβάσεις εκεί όλο τον λαό· διότι είναι λίγοι. Και ανέβηκαν εκεί περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες, και τράπηκαν σε φυγή μπροστά στους άνδρες της Γαΐ, και οι άνδρες της Γαΐ σκότωσαν από αυτούς έως τριάντα έξι άνδρες, και τους καταδίωξαν από την πύλη, και τους συνέτριψαν στην κατηφοριά· και δειλίασε η καρδιά του λαού, και έγινε σαν νερό». Αυτοί που κυρίευσαν πόλεις, και λεηλάτησαν χώρες, και νίκησαν τα πιο σκληρά έθνη χωρίς κόπο, βρίσκουν τους κατοίκους της Γαΐ ακαταμάχητους, και μόλις που σώθηκαν, και αποχώρησαν όχι χωρίς απώλειες, αφού δεν θέλησαν στην αρχή να παρατάξουν στα όπλα όλο το πλήθος των μαχητών, αλλά δήλωσαν ρητά ότι η πόλη θα ήταν πολύ εύκολο να καταβληθεί ακόμη και από λίγους. Διότι έλεγαν: «Ας μην ανεβεί όλος ο λαός, παρά γύρω στους δύο χιλιάδες άνδρες». Ενώπιον όμως αυτού του απροσδόκητου παθήματος και της συμφοράς που διέψευσε κάθε ελπίδα, καθώς ο Ιησούς βαρυθύμησε υπερβολικά και έσχιζε τα ενδύματά του, και έπεφτε ικετευτικά στον Θεό, όντας καταπτοημένος για το τι άραγε είναι αυτό που συνέβη, ο Θεός του είπε: «Σήκω· γιατί έχεις πέσει με αυτόν τον τρόπο με το πρόσωπό σου στη γη;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες