Ἡμάρτηκεν ὁ λαὸς καὶ παρέβη τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς αὐτοὺς, καὶ κλέψαντες ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος ἐνέβαλον εἰς τὰ σκεύη αὐτῶν. Οὐ μὴ δύνωνται οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ὑποστῆναι κατὰ πρόσωπον τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν· αὐχένα ἐπιστρέψουσιν ἔναντι τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, ὅτι ἐγενήθησαν ἀνάθεμα, οὐ προσθήσω ἔτι εἶναι μεθ᾽ ὑμῶν, ἐὰν μὴ ἐξάρητε τὸ ἀνάθεμα ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.» Παραδειχθέντα δὴ τὸν Ἄχαρ ἤρετο μὲν Ἰησοῦς, λέγων· «Δὸς δόξαν σήμερον Κυρίῳ τῷ Θεῷ Ἰσραὴλ, καὶ δὸς τὴν ἐξομολόγησιν καὶ ἀνάγγειλόν μοι τί ἐποίησας, καὶ μὴ κρύψῃς ἀπ᾽ ἐμοῦ. Ἀπεκρίθη δὲ Ἄχαρ τῷ Ἰησοῦ, καὶ εἶπεν· Ἀληθῶς ἥμαρτον ἐναντίον Κυρίου Θεοῦ Ἰσραὴλ, οὕτως καὶ οὕτως ἐποίησα.
Μετάφραση
Αμάρτησε ο λαός και παρέβη τη διαθήκη μου, την οποία συνήψα μαζί τους, και κλέβοντας από το ανάθεμα το έβαλαν στα πράγματά τους. Δεν θα μπορέσουν οι υιοί Ισραήλ να σταθούν απέναντι στους εχθρούς τους· θα στρέψουν τα νώτα τους στους εχθρούς τους, επειδή έγιναν ανάθεμα, και δεν θα εξακολουθήσω πλέον να είμαι μαζί σας, εάν δεν εξαλείψετε το ανάθεμα από ανάμεσά σας». Όταν λοιπόν υποδείχθηκε ο Άχαρ, τον ρώτησε ο Ιησούς, λέγοντας: «Δώσε δόξα σήμερα στον Κύριο, τον Θεό του Ισραήλ, και κάνε την εξομολόγηση και ανάγγειλέ μου τι έκανες και μην το κρύψεις από εμένα». Αποκρίθηκε δε ο Άχαρ στον Ιησού και είπε: «Αληθινά αμάρτησα ενώπιον του Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ, έτσι και έτσι έπραξα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες