Λύμη τίς ἐστιν, φησίν, ἡ ἁμαρτία· οὐκοῦν ἐκπομπευέσθω διὰ τῆς τιμωρίας εἰς πάντας, ἵνα μὴ τοὺς πάντας καταλυμήνηται, ἵνα γνόντες πόσην ἀπειλὴν μία παράβασις ἔτεκεν, φύγωσιν τὴν ἐκ πλειόνων ἀτελεύτητον κόλασιν. Ἰδὼν οὖν, φησίν, ὁ Ἰησοῦς τὴν ἀνυπόστατον φυγήν, διέρρηξεν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τὴν γῆν, ἐκείνους τοὺς θρήνους τραγῳδῶν, οὓς ἡ θεία σημαίνει Γραφή. Τί οὖν πρὸς αὐτὸν ὁ Δεσπότης; «Ἀνάστηθι· ἵνα τί οὕτω συμπέπτωκας; Ἡμάρτηκεν ὁ λαός σου καὶ παρέβη τὴν διαθήκην μου καὶ οὐ μὴ δυνήσονται οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ στῆναι κατὰ πρόσωπον τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, ἕως ἂν ἐξάρητε τὸ ἀνάθημα ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.» Ἐκηρύχθη τοίνυν ἐν τῷ λαῷ τοῦτο, μηνύεται ὑπὸ Θεοῦ ὁ τὴν παράβασιν πράξας, συγκατατίθεται οὗτος. «Ἀπεκρίθη γάρ, φησίν, Ἄχαρ τῷ Ἰησοῦ καὶ εἶπεν· Ἀληθῶς ἥμαρτον ἐναντίον τοῦ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ· οὕτω καὶ οὕτως ἐποίησα. Εἶδον ἐν τῇ προνομῇ στολὴν ποικίλην, λίαν καλὴν καὶ διακόσια δίδραχμα ἀργυρίου καὶ γλῶσσαν μίαν χρυσῆν πεντήκοντα διδράχμων, καὶ ἐνθυμηθεὶς ἔλαβον καὶ ἰδοὺ ταῦτα ἐγκέκρυπται ἐν τῇ γῇ ἐν τῇ σκηνῇ μου.» Πάντα λοιπὸν εἰς φανερὸν ἄγει, ἐπειδὴ ἀψευδῆ τὸν ταῦτα καταμηνύσαντα ἑώρα ἀσφαλῆ τε εἶχε τὸν ἐλέγχοντα μάρτυρα.
Μετάφραση
«Η αμαρτία είναι όλεθρος», λέγει· «επομένως, ας διαπομπευθεί σε όλους μέσω της τιμωρίας, για να μην καταστρέψει τους πάντες, ώστε κατανοώντας πόση απειλή γέννησε μία παράβαση, να αποφύγουν την ατελεύτητη κόλαση που προέρχεται από τις περισσότερες». Βλέποντας λοιπόν, λέγει, ο Ιησούς την ακατανίκητη υποχώρηση, έσχισε τα ιμάτιά του και έπεσε στη γη, αναπέμποντας εκείνους τους θρήνους που αναφέρει η θεία Γραφή. Τι του λέει, λοιπόν, ο Δεσπότης; «Σήκω επάνω· γιατί έχεις καταπέσει έτσι; Αμάρτησε ο λαός σου και παρέβη τη διαθήκη μου, και οι υιοί του Ισραήλ δεν θα μπορέσουν να σταθούν απέναντι στους εχθρούς τους, έως ότου εξαλείψετε το ανάθεμα από ανάμεσά σας». Κηρύχθηκε, λοιπόν, αυτό στον λαό, φανερώνεται από τον Θεό αυτός που διέπραξε την παράβαση, και ο ίδιος το ομολογεί. «Διότι αποκρίθηκε», λέγει, «ο Άχαρ στον Ιησού και είπε: Αληθινά αμάρτησα ενώπιον του Κυρίου Θεού του Ισραήλ· έτσι και έτσι έπραξα. Είδα μέσα στα λάφυρα μια ποικιλόχρωμη στολή, πάρα πολύ ωραία, και διακόσια δίδραχμα αργυρίου, και μία χρυσή γλώσσα πενήντα διδράχμων, και αφού τα επιθύμησα τα πήρα· και ιδού, αυτά είναι κρυμμένα μέσα στο χώμα, στη σκηνή μου». Όλα λοιπόν τα φέρνει στο φως, επειδή έβλεπε ότι αυτός που τα φανέρωσε ήταν αψευδής, και είχε αλάνθαστο τον μάρτυρα που τον ήλεγχε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες