Δεῦρό μοι, τῶν προφητῶν συμπαθέστατε, συνθρήνησον τὴν Ἱερουσαλήμ, οὐ τὴν παλαιὰν ἐκείνην ἔθνους ἑνός, ἐκ μιᾶς ῥίζης δωδεκαστελέχου βλαστήσαντος τὴν μητρόπολιν, ἀλλὰ συμπάσης τῆς οἰκουμένης, ὁπόσην ὁ χριστιανῶν λαμπρύνει θεσμός, τὴν χρόνῳ καὶ κάλλει καὶ μεγέθει καὶ λαμπρότητι πολυπληθείᾳ τε τῶν ἐνοικούντων καὶ πολυτελείᾳ δεσπόζουσαν· συνθρήνησόν μοι ταύτην τὴν Ἱερουσαλήμ, οὐχ ἁλοῦσαν ἤδη καὶ χαμαὶ πεσοῦσαν, ἀλλ’ ἐγγὺς κειμένην τοῦ ἁλῶναι καὶ τοῖς ὁρωμένοις κατασειομένην· συνθρήνησον τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων, οὐκ αἰχμάλωτον ἀγομένην, ἀλλὰ τῆς σωτηρίας ἐλπίδος ᾐχμαλωτισμένην· ζήτησον ὕδωρ τῇ κεφαλῇ καὶ πηγὰς δακρύων τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ συμπένθησον καὶ πένθησον ἐπ’ αὐτῇ, ὅτι κλαίουσα ἔκλαυσεν ἐν νυκτὶ καὶ τὰ δάκρυα αὐτῆς ἐπὶ τῶν σιαγόνων αὐτῆς καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ παρακαλῶν αὐτήν, ὅτι ἁμαρτίαν ἥμαρτεν Ἱερουσαλήμ, διὰ τοῦτο εἰς σάλον ἐγένετο καὶ οἱ τεθηπότες αὐτῆς τὴν ἰσχὺν ἐξεμυκτήρισαν αὐτήν· ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος πῦρ ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτῆς καὶ ἐβάρυνε τὸν ζυγὸν αὑτοῦ ἐπὶ τὸν τράχηλον ἡμῶν καὶ ἔδωκεν ἐν χερσὶν ἡμῶν ὀδύνας, ἃς οὐ δυνησόμεθα ὑποστῆναι· συνθρήνησον, ὅτι ἐξέλιπον ἐν δάκρυσιν οἱ ὀφθαλμοί μου, ἡ κοιλία μου ἐταράχθη καὶ ἐστράφη ἡ καρδία μου ἐν ἐμοί, ὅτι παραπικραίνουσα παρεπίκρανα· ἔξωθεν ἠτέκνωσέ με μάχαιρα καὶ διήνοιξεν ἐπ’ ἐμὲ ὁ ἐχθρὸς στόμα αὑτοῦ καὶ ἔβρυξεν ὀδόντας καὶ εἶπε, καταπίομαι αὐτήν.
Μετάφραση
Έλα σε μένα, από τους προφήτες ο πιο συμπονετικός, θρήνησε μαζί μου την Ιερουσαλήμ, όχι εκείνη την παλιά μητρόπολη ενός μόνο έθνους, που βλάστησε από μια ρίζα με δώδεκα κλωνάρια, αλλά ολόκληρης της οικουμένης, όση λαμπρύνει ο θεσμός των χριστιανών, αυτήν που κυριαρχεί στον χρόνο, την ομορφιά, το μέγεθος, τη λαμπρότητα, στο πλήθος των κατοίκων και στην πολυτέλεια. Θρήνησε μαζί μου αυτή την Ιερουσαλήμ, όχι επειδή έχει ήδη αλωθεί και πέσει στο χώμα, αλλά επειδή βρίσκεται κοντά στην άλωση και συγκλονίζεται από τα όσα βλέπει. Θρήνησε τη βασίλισσα των πόλεων, όχι επειδή οδηγείται αιχμάλωτη, αλλά επειδή έχει στερηθεί την ελπίδα της σωτηρίας. Ζήτησε νερό για το κεφάλι και πηγές δακρύων για τα μάτια και συμπένθησε και πένθησε για αυτήν, επειδή έκλαιγε με λυγμούς μέσα στη νύχτα και τα δάκρυά της τρέχουν στα μάγουλά της και δεν υπάρχει κανείς να την παρηγορήσει, επειδή η Ιερουσαλήμ αμάρτησε πολύ, γι' αυτό και βρέθηκε σε σάλο και εκείνοι που θαύμαζαν τη δύναμή της την περιγέλασαν. Διότι ο Κύριος έστειλε φωτιά στα οστά της και βάρυνε τον ζυγό του στον τράχηλό μας και έδωσε στα χέρια μας οδύνες, τις οποίες δεν θα μπορέσουμε να υποφέρουμε. Θρήνησε μαζί μου, διότι τα μάτια μου εξαντλήθηκαν από τα δάκρυα, τα σπλάχνα μου ταράχθηκαν και η καρδιά μου αναστατώθηκε μέσα μου, επειδή παραπίκρανα πολύ τον Θεό με τις αμαρτίες μου. Απ' έξω με άφησε άτεκνο το σπαθί και ο εχθρός άνοιξε το στόμα του εναντίον μου, έτριξε τα δόντια του και είπε, θα την καταπιώ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες