Ὡς δ᾽ ἐκ τῆς ἐπὶ πλέον ἐλευθερίας ἐπὶ χαυνότητα καὶ νωθρίαν τὰ καθ᾽ ἡμᾶς μετηλλάττετο, ἄλλων ἄλλοις διαφθονουμένων καὶ διαλοιδορουμένων καὶ μόνον οὐχὶ ἡμῶν αὐτῶν ἑαυτοῖς προσπολεμούντων ὅπλοις, εἰ οὕτω τύχοι, καὶ δόρασιν τοῖς διὰ λόγων ἀρχόντων τε ἄρχουσι προσρηγνύντων καὶ λαῶν ἐπὶ λαοὺς καταστασιαζόντων τῆς τε ὑποκρίσεως ἀφάτου καὶ τῆς εἰρωνείας ἐπὶ πλεῖστον ὅσον κακίας προϊούσης, ἡ μὲν δὴ θεία κρίσις, οἷα φίλον αὐτῇ, πεφεισμένως, τῶν ἀθροισμάτων ἔτι συγκροτουμένων, ἠρέμα καὶ μετρίως τὴν αὐτῆς ἐπισκοπὴν ἀνεκίνει, ἐκ τῶν ἐν στρατείαις ἀδελφῶν καταρχομένου τοῦ διωγμοῦ· ὡς δ᾽ ἀνεπαισθήτως ἔχοντες οὐχ ὅπως εὐμενὲς καὶ ἵλεω καταστήσεσθαι τὸ θεῖον προυθυμούμεθα, οἷα δέ τινες ἄθεοι ἀφρόντιστα καὶ ἀνεπίσκοπα τὰ καθ᾽ ἡμᾶς ἡγούμενοι ἄλλας ἐπ᾽ ἄλλαις προσετίθεμεν κακίας οἵ τε δοκοῦντες ἡμῶν ποιμένες τὸν τῆς θεοσεβείας θεσμὸν παρωσάμενοι ταῖς πρὸς ἀλλήλους ἀνεφλέγοντο φιλονεικίαις, αὐτὰ δὴ ταῦτα μόνα, τὰς ἔριδας καὶ τὰς ἀπειλὰς τόν τε ζῆλον καὶ τὸ πρὸς ἀλλήλους ἔχθος τε καὶ μῖσος ἐπαύξοντες οἷά τε τυραννίδας τὰς φιλαρχίας ἐκθύμως διεκδικοῦντες, τότε δή, τότε κατὰ τὴν φάσκουσαν τοῦ Ἱερεμίου φωνὴν 〈ἐγνόφωσεν ἐν ὀργῇ αὐτοῦ κύριος τὴν θυγατέρα Σιὼν καὶ κατέρριψεν ἐξ οὐρανοῦ δόξασμα Ἰσραὴλ οὐκ ἐμνήσθη τε ὑποποδίου ποδῶν αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ κατεπόντισεν κύριος πάντα τὰ ὡραῖα Ἰσραὴλ καὶ καθεῖλεν πάντας τοὺς φραγμοὺς αὐτοῦ〉, κατά τε τὰ ἐν Ψαλμοῖς προθεσπισθέντα 〈κατέστρεψεν τὴν διαθήκην τοῦ δούλου αὐτοῦ〉 καὶ 〈ἐβεβήλωσεν εἰς γῆν〉 διὰ τῆς τῶν ἐκκλησιῶν καθαιρέσεως 〈τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ〉 καὶ 〈καθεῖλεν πάντας τοὺς φραγμοὺς αὐτοῦ, ἔθετο τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ δειλίαν· διήρπασάν τε τὰ〉 πλήθη 〈τοῦ〉 λαοῦ 〈πάντες οἱ διοδεύοντες ὁδόν〉, καὶ δὴ ἐπὶ τούτοις 〈ὄνειδος ἐγενήθη τοῖς γείτοσιν αὐτοῦ.
Μετάφραση
Καθώς όμως, εξαιτίας της υπερβολικής ελευθερίας, η κατάστασή μας μεταβαλλόταν σε χαλαρότητα και νωθρότητα, και ο ένας φθονούσε και λοιδωρούσε τον άλλον, και σχεδόν πολεμούσαμε μεταξύ μας με όπλα, αν τύχαινε, και με τα δόρατα των λόγων, με τους άρχοντες να συγκρούονται με άλλους άρχοντες και τους λαούς να στασιάζουν εναντίον των λαών, ενώ η άφατη υποκρισία και η ειρωνεία προχωρούσαν στο ύψιστο σημείο της κακίας, η θεία κρίση, όπως συνηθίζει, με φειδώ, όσο οι συνάξεις εξακολουθούσαν να συγκροτούνται, ήρεμα και μετριοπαθώς άρχισε να κινεί την επιστασία της, με τον διωγμό να ξεκινά από τους αδελφούς που βρίσκονταν στον στρατό. Επειδή όμως, μην έχοντας συναίσθηση, δεν προθυμοποιούμασταν καθόλου να καταστήσουμε το θείο ευμενές και ίλεω, αλλά, σαν κάποιοι άθεοι, θεωρώντας ότι τα ζητήματά μας είναι αμέριμνα και χωρίς θεία επίβλεψη, προσθέταμε τη μία κακία πάνω στην άλλη, και αυτοί που θεωρούνταν ποιμένες μας, παραμερίζοντας τον θεσμό της θεοσέβειας, φλέγονταν από τις μεταξύ τους φιλονικίες, αυξάνοντας μόνο αυτά ακριβώς, τις έριδες, τις απειλές, τον φθόνο, την έχθρα και το μίσος αναμεταξύ τους, διεκδικώντας με πάθος τις φιλαρχίες σαν να ήταν τυραννίες, τότε ακριβώς, τότε, σύμφωνα με τη φωνή του Ιερεμία που λέει: «ο Κύριος με την οργή του σκοτείνιασε τη θυγατέρα Σιών και γκρέμισε από τον ουρανό το δόξασμα του Ισραήλ, και δεν θυμήθηκε το υποπόδιο των ποδιών του την ημέρα της οργής του· αλλά και καταπόντισε ο Κύριος όλα τα ωραία του Ισραήλ και κατεδάφισε όλους τους φραγμούς του», και σύμφωνα με όσα έχουν προθεσπιστεί στους Ψαλμούς: «κατέστρεψε τη διαθήκη του δούλου του» και «βεβήλωσε στο έδαφος», μέσω της κατεδάφισης των εκκλησιών, «το αγίασμά του» και «κατεδάφισε όλους τους φραγμούς του, μετέτρεψε τα οχυρώματά του σε δειλία· τα πλήθη του λαού τα διαρπάζουν όλοι οι διαβάτες του δρόμου», και επιπλέον «έγινε όνειδος στους γείτονές του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες