ταῦτα δὲ οὐκ ἂν ἔλεγεν, εἰ μὴ πατέρα τινὰ ἐν ἀπορρήτοις ὄντα ἀνήγγελλεν, ὃν καὶ ὕψιστον ὁ νόμος λέγει, ἀφ᾽ οὗ οὔτε ἀγαθὴ οὔτε κακὴ ἠκούσθη φωνή (ὡς ἐν τοῖς θρήνοις καὶ Ἱερεμίας μαρτυρεῖ), ὅστις κατὰ ἀριθμὸν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, οἳ εἰσῆλθον εἰς Αἴγυπτον, οἵ εἰσιν ἑβδομήκοντα, καὶ πρὸς τὰ ὅρια τῶν ἐθνῶν περιγράψας γλώσσαις ἑβδομήκοντα, τῷ αὑτοῦ υἱῷ τῷ καὶ «κυρίῳ» λεγομένῳ καὶ οὐρανὸν καὶ γῆν διακοσμήσαντι, τοὺς Ἑβραίους ἔδωκεν μερίδα καὶ αὐτὸν θεὸν θεῶν εἶναι διώρισεν, θεῶν δὲ λέγω, οἵτινες τὰς ἄλλας τῶν ἐθνῶν εἰλήφασιν μερίδας. νόμοι οὖν προῆλθον ἀπό τε πάντων τῶν λεχθέντων θεῶν ταῖς αὐτῶν μερίσιν (ἅτινά ἐστιν τὰ λοιπὰ ἄλλα ἔθνη), ὁμοίως δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ υἱοῦ τοῦ πάντων κυρίου ὁ παρὰ Ἑβραίοις κείμενος προῆλθε νόμος. τοῦτο δὲ οὕτως ἔχειν ὡρίσθη, ἵνα, εἴ τις νόμῳ τινὸς προσφύγῃ, ἀπὸ τῆς ἐκείνου γένηται μερίδος, οὗ δὴ καὶ τὸν νόμον πράττειν ἀνεδέξατο. οὐδεὶς ἔγνω τὸν ἐν ἀπορρήτοις ὕψιστον πατέρα ὄντα, ὡς οὐδὲ τὸν τούτου υἱὸν ὅτι υἱός ἐστιν. αὐτίκα γοῦν σὺ τὰ τοῦ ἀπορρήτου ὑψίστου ἴδια διδοὺς τῷ υἱῷ οὐκ οἶδας ὅτι υἱός ἐστιν, πατὴρ ὑπάρχων τοῦ Ἰησοῦ τοῦ καθ᾽ ὑμᾶς λεγομένου Χριστοῦ. ταῦτα τοῦ Σίμωνος εἰπόντος ὁ Πέτρος ἔφη πρὸς αὐτόν· Δύνασαι αὐτὸν ἐκεῖνον διαμαρτύρασθαι ὅτι οὕτως πιστεύεις, οὐχ ὃν νῦν ἐν ἀπορρήτοις λέγεις, ἀλλ᾽ ὃν σὺ πιστεύων οὐχ ὁμολογεῖς;
Μετάφραση
Αυτά, όμως, δεν θα τα έλεγε, εάν δεν ανήγγελλε κάποιον πατέρα που βρίσκεται εν απορρήτοις, τον οποίο και ο νόμος αποκαλεί ύψιστο, από τον οποίο ούτε καλή ούτε κακή φωνή ακούστηκε (όπως μαρτυρεί και ο Ιερεμίας στους Θρήνους), ο οποίος, σύμφωνα με τον αριθμό των υιών του Ισραήλ που εισήλθαν στην Αίγυπτο, οι οποίοι είναι εβδομήντα, και αφού καθόρισε τα όρια των εθνών με εβδομήντα γλώσσες, έδωσε ως μερίδα τους Εβραίους στον δικό του υιό, ο οποίος ονομάζεται και «κύριος» και ο οποίος διακόσμησε τον ουρανό και τη γη, και τον όρισε να είναι θεός θεών, και λέω θεών εννοώντας εκείνους που έχουν λάβει τις άλλες μερίδες των εθνών. Νόμοι, επομένως, προήλθαν και από όλους τους προαναφερθέντες θεούς προς τις δικές τους μερίδες (τα οποία είναι τα υπόλοιπα άλλα έθνη), και ομοίως από τον υιό, τον κύριο των πάντων, προήλθε ο νόμος που έχει τεθεί στους Εβραίους. Αυτό δε ορίστηκε να είναι έτσι, ώστε, εάν κάποιος προσφύγει στον νόμο κάποιου, να γίνει μέλος της δικής του μερίδας, του οποίου δηλαδή και τον νόμο ανέλαβε να πράττει. Κανείς δεν γνώρισε τον ύψιστο πατέρα που βρίσκεται εν απορρήτοις, όπως ούτε και τον υιό του, ότι είναι υιός. Για παράδειγμα, εσύ αποδίδοντας τα ίδια γνωρίσματα του απόρρητου υψίστου στον υιό, δεν γνωρίζεις ότι είναι υιός, αυτός που είναι πατέρας του Ιησού, ο οποίος αποκαλείται από εσάς Χριστός. Αφού ο Σίμων είπε αυτά, ο Πέτρος του απάντησε: Μπορείς να διαβεβαιώσεις ενώπιον αυτού του ίδιου ότι έτσι πιστεύεις; Όχι αυτού που τώρα αποκαλείς απόρρητο, αλλά εκείνου στον οποίο εσύ πιστεύεις, μα δεν τον ομολογείς;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες