ταῦτα οὖν ἡ νύμφη ὀδύρεται λέγουσα ὅτι διὰ τοῦτο ἐγενόμην μέλαινα, ἐπειδὴ τὰ ζιζάνια τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὰς πονηρὰς αὐτῶν κληματίδας φυλάσσουσά τε καὶ περιέπουσα τὸν ἀμπελῶνα τὸν ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα. ὦ πόσον κινεῖ πένθος ἐν τοῖς αἰσθητικῶς ἐπαΐουσιν Ἀμπελῶνα ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα. θρῆνος ἄντικρύς ἐστιν ἡ φωνή, θρῆνος τοὺς τῶν προφητῶν στεναγμοὺς κινῶν εἰς συμπάθειαν· πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστὴ Σιὼν πλήρης κρίσεως; πῶς κατελείφθη ἡ θυγάτηρ Σιὼν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελῶνι; Πῶς ἐκάθισε μόνη ἡ πόλις ἡ πεπληθυμμένη λαῶν, ἄρχουσα ἐν χώραις ἐγενήθη εἰς φόρον; Πῶς ἠμαυρώθη τὸ χρυσίον, ἠλλοιώθη τὸ ἀργύριον τὸ ἀγαθόν; πῶς ἐγένετο μέλαινα ἡ τῷ ἀληθινῷ φωτὶ τὰ πρῶτα συναναλάμπουσα; πάντα ταῦτα ἐγένετό μοι, φησί, ὅτι τὸν ἀμπελῶνα τὸν ἐμὸν οὐκ ἐφύλαξα. ἀμπελών ἐστιν ἡ ἀθανασία, ἀμπελὼν ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ πρὸς τὸ θεῖον ὁμοίωσις καὶ ἡ παντὸς κακοῦ ἀλλοτρίωσις.
Μετάφραση
Αυτά, λοιπόν, θρηνεί η νύμφη, λέγοντας ότι γι' αυτόν τον λόγο έγινα μαύρη, επειδή, ενώ φύλαγα και περιποιόμουν τα ζιζάνια του εχθρού και τις πονηρές κληματίδες τους, δεν φύλαξα τον δικό μου αμπελώνα. Ω, πόσο πένθος προκαλεί σε όσους έχουν πνευματική ευαισθησία το: «Τον δικό μου αμπελώνα δεν τον φύλαξα». Πραγματικός θρήνος είναι αυτή η φωνή, θρήνος που παρακινεί σε συμπόνια τους στεναγμούς των προφητών: «Πώς έγινε πόρνη η πιστή πόλη Σιών, που ήταν γεμάτη δικαιοσύνη;» «Πώς εγκαταλείφθηκε η θυγατέρα της Σιών σαν σκηνή μέσα σε αμπελώνα;» «Πώς κάθισε έρημη η πόλη που ήταν γεμάτη από λαό; Πώς αυτή που κυβερνούσε χώρες έγινε υποτελής φόρου;» «Πώς αμαυρώθηκε το χρυσάφι, πώς αλλοιώθηκε το καλό ασήμι;» Πώς έγινε μαύρη εκείνη που αρχικά ακτινοβολούσε μαζί με το αληθινό φως; Όλα αυτά μου συνέβησαν, λέει, επειδή δεν φύλαξα τον δικό μου αμπελώνα. Αμπελώνας είναι η αθανασία, αμπελώνας είναι η απάθεια, η ομοίωση με το θείο και η αποξένωση από κάθε κακό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες