ἐπειδὴ δὲ ταῦτα λέγειν ἔτι τούτους οὐκ ἔστιν εὐαγές, μᾶλλον γὰρ Σαδδουκαίων καὶ τοῦ Σαμοσατέως ἐστὶ τοῦτο τὸ φρόνημα, λείπει ἄρα κατὰ τὴν ἑτέραν διάνοιαν, καθ᾽ ἣν Ἰσαὰκ τοῦ Ἁβραάμ ἐστιν υἱός, λέγειν εἶναι καὶ τὸν τοῦ θεοῦ υἱόν· τὸ γὰρ ἔκ τινος φύσει γεννώμενον καὶ μὴ ἔξωθεν ἐπικτώμενον υἱὸν οἶδεν ἡ φύσις, καὶ τοῦτο τοῦ ὀνόματός ἐστι τὸ σημαινόμενον. ἆρ᾽ οὖν ἀνθρωποπαθὴς ἡ τοῦ υἱοῦ γέννησις; τοῦτο γὰρ ἴσως κατ᾽ ἐκείνους καὶ αὐτοὶ θελήσουσιν ἀντιθεῖναι μὴ γινώσκοντες. οὐδαμῶς. οὐ γὰρ ὡς ἄνθρωπος ὁ θεός, ἐπεὶ μηδὲ οἱ ἄνθρωποι ὡς ὁ θεός. οἱ μὲν γὰρ ἐξ ὕλης καὶ ταύτης οὔσης παθητικῆς ἐκτίσθησαν, ὁ δὲ θεὸς ἄυλος καὶ ἀσώματος. εἰ δὲ αἱ αὐταὶ λέξεις ἐπὶ θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ἐν ταῖς θείαις ποτὲ κεῖνται γραφαῖς, ἀλλ᾽ ἀνθρώπων ἐστὶ διορατικῶν, ὡς παρήγγειλεν ὁ Παῦλος, προσέχειν τῇ ἀναγνώσει καὶ οὕτω διακρίνειν καὶ κατὰ τὴν ἑκάστου τῶν σημαινομένων φύσιν τὰ γεγραμμένα διαγινώσκειν καὶ μὴ συγχέειν τὴν διάνοιαν, ὥστε τὰ τοῦ θεοῦ μὴ ἀνθρωπίνως νοεῖν μηδὲ τὰ τῶν ἀνθρώπων ὡς περὶ θεοῦ ποτε λογίζεσθαι. τοῦτο γάρ ἐστι τὸν οἶνον ὕδατι μίξαι καὶ πῦρ ἀλλότριον ἐπιβάλλειν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῷ θείῳ πυρί.
Μετάφραση
Επειδή όμως το να λέγουν ακόμη αυτά δεν είναι ευσεβές, διότι αυτό το φρόνημα ανήκει μάλλον στους Σαδδουκαίους και στον Σαμοσατέα, απομένει άρα, σύμφωνα με την άλλη έννοια, κατά την οποία ο Ισαάκ είναι υιός του Αβραάμ, να λέμε ότι είναι και ο Υιός του Θεού. Διότι εκείνον που γεννάται από κάποιον κατά φύση και δεν αποκτάται έξωθεν, η φύση τον γνωρίζει ως υιό, και αυτό ακριβώς είναι το νόημα του ονόματος. Άραγε λοιπόν είναι ανθρωποπαθής η γέννηση του Υιού; Διότι ίσως αυτό θα θελήσουν, ακολουθώντας εκείνους, να προβάλουν ως αντίρρηση και αυτοί από άγνοια. Σε καμία περίπτωση. Διότι ο Θεός δεν είναι όπως ο άνθρωπος, αφού ούτε οι άνθρωποι είναι όπως ο Θεός. Διότι οι μεν κτίστηκαν από ύλη, και μάλιστα παθητική, ο δε Θεός είναι άυλος και ασώματος. Εάν πάλι οι ίδιες λέξεις χρησιμοποιούνται κάποτε στις θείες Γραφές και για τον Θεό και για τους ανθρώπους, αποτελεί γνώρισμα των διορατικών ανθρώπων, όπως παρήγγειλε ο Παύλος, να προσέχουν στην ανάγνωση και έτσι να διακρίνουν και να κατανοούν τα γεγραμμένα σύμφωνα με τη φύση καθενός από τα σημαινόμενα, και να μη συγχέουν την έννοια, ώστε ούτε τα του Θεού να τα νοούν με ανθρώπινο τρόπο ούτε τα των ανθρώπων να τα λογίζονται ποτέ ως αναφερόμενα στον Θεό. Διότι αυτό ισοδυναμεί με το να αναμειγνύει κανείς τον οίνο με ύδωρ και να προσθέτει ξένο πυρ πάνω στο θυσιαστήριο στο θείο πυρ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες