Οὐαὶ οὖν οἱ ἐγειρόμενοι τὸ πρωῒ, τουτέστιν οἱ ἄρτι τὴν ἐκ τῆς νεότητος ἄνοιαν ἀποθέμενοι καὶ, ἀντὶ τοῦ διὰ τῆς τοῦ λόγου δυνάμεως εὐτόνως καταπαλαίειν τὰ πάθη, ἀνατρεπόμενοι παρ᾽ αὐτῶν καὶ οἷόν τινα μέθην τὰ πάθη μεταδιώκοντες. Ταλανώτατοι μὲν γὰρ οἱ, ἀρχομένου τοῦ βίου καὶ λήγοντος, τῆς τοιαύτης μέθης μὴ ἀπολήγοντες. —Διαφοραὶ δὲ πολλαὶ τῶν μεθυόντων· οἱ μὲν γὰρ εὐθὺς μετὰ τὸν ὄρθρον τῆς μέθης ἐπαύσαντο, οἱ δὲ ἐπὶ μικρὸν προελθόντες ἔληξαν, οἱ δὲ ἐπὶ πλεῖον παρέτειναν. Καλὸν μὲν οὖν τὸ ἅμα τῷ ἐγερθῆναι, ζητῆσαι τὸ νηφαλίως ζῆσαι καὶ ἱερατικῶς, ἵνα ἄξιοι γενώμεθα τῆς εἰς τὰ ἅγια εἰσόδου, οἶνον καὶ σίκερα μὴ πίνοντες. Γέγραπται γάρ· Καὶ ἐλάλησε Κύριος τῷ Ἀαρών, λέγων· Οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίεσθε, σὺ, καὶ οἱ υἱοί σου μετὰ σοῦ, ἡνίκα ἂν εἰσπορεύησθε εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου. Ἐπεὶ δὲ δύσκολον ἐν ἀνθρώπου φύσει κατορθωθῆναι τὸ ἀναμάρτητον, δεύτερος (φησὶ) πλοῦς εὐθὺς μετὰ τὴν πρωΐαν ἀναστῆναι ἀπὸ τῆς μέθης.
Μετάφραση
Αλίμονο λοιπόν σε όσους εγείρονται το πρωί, δηλαδή σε εκείνους που μόλις έχουν αποβάλει την αφροσύνη της νεότητας και, αντί να καταπαλεύουν σθεναρά τα πάθη δια της δυνάμεως του λόγου, καταβάλλονται από αυτά και επιδιώκουν τα πάθη ωσάν κάποια μέθη. Διότι είναι αξιοθρήνητοι εκείνοι οι οποίοι, από την αρχή του βίου τους έως το τέλος του, δεν εγκαταλείπουν τέτοιου είδους μέθη. —Υπάρχουν βέβαια πολλές διαφορές μεταξύ αυτών που μεθούν· διότι άλλοι μεν έπαυσαν τη μέθη τους αμέσως μετά τον όρθρο, άλλοι σταμάτησαν αφού προχώρησαν για λίγο, ενώ άλλοι την παρέτειναν για περισσότερο χρόνο. Καλό είναι, λοιπόν, άμα τη εγέρσει, να επιζητήσουμε να ζήσουμε με νηφαλιότητα και ιερατική σεμνότητα, ώστε να καταστούμε άξιοι της εισόδου στα Άγια, μη πίνοντας οίνο και σίκερα. Διότι έχει γραφτεί: «Και ελάλησε ο Κύριος προς τον Ααρών, λέγοντας: Οίνο και σίκερα να μην πιείτε, εσύ και οι υιοί σου μαζί σου, όποτε εισέρχεστε στη σκηνή του μαρτυρίου». Επειδή όμως είναι δύσκολο στην ανθρώπινη φύση να κατορθωθεί το αναμάρτητο, «δεύτερος πλους», λέγει, είναι να εγερθεί κανείς από τη μέθη αμέσως μετά το πρωί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες