Οὐκοῦν ἐπειδήπερ· ἀναβήσομαι γὰρ ἐπὶ τὴν τοῦ λόγου πρώτην τε καὶ ἀναγκαιοτάτην ἀρχήν· προαγνίζεσθαι πάντως ἐχρῆν τοὺς εἰς οἰκειότητα τρέχοντας τῷ ἁγίῳ Θεῷ, κατὰ τὸ παρ᾽ αὐτοῦ λεγόμενον “Ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι·” σύμβολον ἁγνισμοῦ διὰ τῆς ἐν σαρκὶ περιτομῆς τοῖς ἀρχαιοτέροις ὡρίζετο· καὶ ὅπως, ἐροῦμεν. τὴν τῶν καθ᾽ ἡμᾶς πραγμάτων διευκρινησάμενοι φύσιν, ἁμαρτίας ἁπάσης προβαδίζουσαν ἡδονὴν εὑρήσομεν· καὶ καλεῖ τις ἡμᾶς εἰς τὸ πλημμελεῖν ἐπιθυμία θερμὴ τῆς ἐνεργείας ἀεὶ προανίσχουσα, καὶ τὴν τῆς διανοίας σύνεσιν προαρπάζουσα, πείθουσά τε οὕτω λοιπὸν ἐπὶ τὴν τῶν αἱρεθέντων διεξαγωγὴν διὰ λειοτάτης ἔρχεσθαι τῆς ὁδοῦ. ἀληθῆ δέ πως ὄντα τὸν ἐπὶ τούτοις ἡμῶν λόγον ἀποφαίνει λέγων ὁ Χριστοῦ μαθητὴς, οὕτω βοῶν “Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ”πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει “δὲ αὐτὸς οὐδένα, ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ”ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος· εἶτα ἡ ἐπιθυμία “συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ”ἀποκύει θάνατον.” ὁρᾷς οὖν ὅπως ἐν ἐπιθυμίαις ταῖς ἐπί τισιν ἡ τῆς φαυλότητος προδημιουργεῖται γένεσις, καὶ ἐν ἐκτόποις ἡδοναῖς τὰ τῆς ἁμαρτίας προκυοφορεῖται σπέρματα;
Μετάφραση
Επομένως, επειδή (διότι θα ανατρέξω στην πρώτη και πιο αναγκαία αρχή του θέματος) έπρεπε οπωσδήποτε να εξαγνίζονται εκ των προτέρων εκείνοι που προστρέχουν προς την οικειότητα με τον άγιο Θεό, σύμφωνα με αυτό που ελέχθη από Αυτόν: «Άγιοι έσεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί», είχε οριστεί για τους αρχαιοτέρους ως σύμβολο εξαγνισμού η σαρκική περιτομή. Και το πώς, θα το εξηγήσουμε. Αν εξετάσουμε με ακρίβεια τη φύση των ανθρωπίνων πραγμάτων, θα βρούμε ότι της κάθε αμαρτίας προηγείται η ηδονή. Και μας καλεί στο να σφάλουμε κάποια θερμή επιθυμία, η οποία πάντοτε προβάλλει πριν από την πράξη, και, αφού συναρπάσει προκαταβολικά τη σύνεση του νου, μας πείθει έτσι τελικά να προχωρήσουμε στην εκτέλεση των όσων επιλέξαμε μέσα από έναν ομαλότατο δρόμο. Το γεγονός ότι τα λόγια μας για αυτά είναι αληθινά, το αποδεικνύει ο μαθητής του Χριστού, ο οποίος βροντοφωνάζει τα εξής: «Κανείς όταν πειράζεται να μην λέει ότι από τον Θεό πειράζομαι. Διότι ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά, και ο ίδιος δεν πειράζει κανέναν, αλλά ο καθένας πειράζεται συρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία. Έπειτα, η επιθυμία αφού συλλάβει, γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν ολοκληρωθεί, γεννά τον θάνατο». Βλέπεις λοιπόν πώς μέσα στις διάφορες επιθυμίες προδημιουργείται η γένεση της φαυλότητας, και πώς μέσα στις άτοπες ηδονές κυοφορούνται εκ των προτέρων τα σπέρματα της αμαρτίας;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες