Καθαρὸς γάρ ἐστι, φησὶν, ὅλος διόλου τεθνεὼς τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ τόπον οὐδένα παραχωρήσας αὐτῇ, καὶ οἱονεί πως ἐν ἑαυτῷ τὸ ἐναυλίζεσθαι δούς· «Εἰ δὲ δὴ,» φησὶ, «χρὼς ἐν αὐτῷ ζῶν ὁρῷτο πάλιν, μιανεῖ αὐτὸν ὁ χρὼς ὁ ζῶν.» Τὸ γάρ τοι ζῇν ὅλως τῇ ἁμαρτίᾳ κἂν γοῦν ἐκ μέρους, βδελυρὸν ἀποφαίνει τὸν ἠῤῥωστηκότα· «Μικρὰ γὰρ, φησὶ, ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ·» καὶ ἀληθὴς ὁ λόγος. Εἰ δὲ ἀποκατασταίη, φησὶν, ὁ χρὼς ὁ ζῶν, καὶ μεταχοροίη πρὸς λέπραν, λελύσθω τὰ ἐγκλήματα, καθαρός ἐστιν.
Μετάφραση
Διότι καθαρός είναι, λέει, εκείνος που έχει πεθάνει ολοκληρωτικά για την αμαρτία και δεν της έχει παραχωρήσει κανέναν τόπο, ώστε, τρόπον τινά, να της επιτρέψει να κατοικήσει μέσα του. «Αν όμως», λέει, «φανεί πάλι πάνω του ζωντανό δέρμα, το ζωντανό δέρμα θα τον μολύνει». Διότι το να ζει κανείς γενικά για την αμαρτία, έστω και εν μέρει, καθιστά βδελυρό αυτόν που έχει νοσήσει. «Διότι λίγο προζύμι», λέει, «ζυμώνει όλο το φύραμα»· και ο λόγος είναι αληθινός. Αν όμως αποκατασταθεί, λέει, το ζωντανό δέρμα και μεταβληθεί σε λέπρα, ας καταργηθούν οι κατηγορίες, είναι καθαρός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες