Ὅταν μὲν γὰρ ἄνθρωπος πρὸς ἄνθρωπον κρίνηται, μιᾶς φύσεως ὡς ὁμοούσιοι λέγονται καὶ ὡς ὑφ᾽ ἓν εἶδος ταττόμενοι· ὅτε δὲ φυσιολογεῖται ὁ ἄνθρωπος, δύο ἐπ᾽ αὐτοῦ φύσεις θεωρηθήσονται, ψυχῆς λέγω καὶ σώματος. Ἐν γὰρ τῇ τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ σῶμα συγκρίσει τίς οὕτως ἀνόητος, ὡς μίαν ἀμφοτέρων φύσιν εἰπεῖν; Χριστῶν δὲ εἶδος οὐκ ἔστιν· οὐ γὰρ πολλοὶ Χριστοὶ ἐκ θεότητος συντεθειμένοι καὶ ἀνθρωπότητος, ἵνα πάντες ὑπὸ τὸ αὐτὸ εἶδος ταττόμενοι μιᾶς κηρυχθῶσι φύσεως, ἀλλ᾽ εἷς ἐστιν ὁ Χριστὸς ἐκ δύο καὶ ἐν δυσὶ γνωριζόμενος φύσεσιν. «Ἐπιστήσατε δέ, ὡς καὶ ἐν δυσὶν αὐτὸν χιμάροις ὁ μακάριος διαγράφει Κύριλλος, ἀλλ᾽ οὐ πρὸς τὰς ὑποστάσεις, ἀλλὰ πρὸς τὸ διάφορον τοῦ ζῶντος καὶ τοῦ τεθυμένου τὸ παράδειγμα φέρει.» Καὶ τοῦτο δέ φαμεν, ὡς ἐκ δύο κτιστῶν τάχα που γενέσθαι μίαν οὐκ ἀδύνατον φύσιν, ἐκ δὲ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου μίαν φύσιν γενέσθαι ἀμήχανον ἢ τῶν δύο μετέχουσαν ἢ ἕτερόν τι παρὰ ταῦτα κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον. Πῶς γὰρ ἡ αὐτὴ ἤρξατό τε τοῦ εἶναι καὶ οὐκ ἤρξατο;
Μετάφραση
Διότι, όταν ο άνθρωπος συγκρίνεται με άνθρωπο, λέγεται ότι έχουν μία φύση, εφόσον είναι ομοούσιοι και κατατάσσονται κάτω από ένα είδος. Όταν όμως εξετάζεται η φύση του ανθρώπου, θα θεωρηθούν σε αυτόν δύο φύσεις, δηλαδή της ψυχής και του σώματος. Διότι, κατά τη σύγκριση της ψυχής προς το σώμα, ποιος είναι τόσο ανόητος ώστε να πει ότι και τα δύο έχουν μία φύση; Όμως δεν υπάρχει είδος «Χριστών»· διότι δεν υπάρχουν πολλοί Χριστοί σύνθετοι από θεότητα και ανθρωπότητα, ώστε όλοι, τασσόμενοι υπό το αυτό είδος, να κηρυχθούν ως έχοντες μία φύση, αλλά ένας είναι ο Χριστός, ο οποίος γνωρίζεται από δύο και σε δύο φύσεις. «Προσέξτε δε, ότι και στους δύο τράγους ο μακάριος Κύριλλος τον απεικονίζει, αλλά δεν φέρνει το παράδειγμα ως προς τις υποστάσεις, αλλά ως προς τη διαφορά αυτού που ζει και αυτού που θυσιάστηκε.» Και λέμε και τούτο, ότι από δύο κτιστά ίσως να μην είναι αδύνατον να προκύψει μία φύση, αλλά από κτιστό και άκτιστο είναι αδύνατον να προκύψει μία φύση, η οποία είτε να μετέχει και στα δύο είτε να είναι κάτι άλλο εκτός από αυτά, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Διότι πώς είναι δυνατόν η ίδια φύση και να άρχισε να υπάρχει και ταυτόχρονα να μην άρχισε;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες