Καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ τοὺς θείους καὶ πνευματικοὺς λόγους καὶ νόμους ἔσταξαν, τουτέστιν οἱ τὰ οὐράνια φρονοῦντες ἀπόστολοι. Τοῦτο καὶ διὰ τῶν δύο χιμάρων ἐδηλοῦτο, ὧν ὁ μὲν ἐθύετο, ὁ δὲ ἀπελύετο εἰς τὴν ἔρημον, ἵνα καὶ Χριστὸν σαρκὶ πάσχοντα νοῶμεν ὑπὸ Ἰουδαίων, καὶ ἀπαθῆ κατὰ τὴν θεότητα μείναντα, καὶ ὡς εἰς ἔρημον ἀπὸ τῶν θεοκτόνων εἰς τὰ ἔθνη μεταβαίνοντα. Ἐπεφοίτησε δὲ καὶ ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, οἷόν τινας δρόσου ψεκάδας μιμουμένη. <Βροχὴν ἑκούσιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεὸς, τῇ κληρονομίᾳ σου.> (A f. 338 b, E f. 126) Κατὰ μὲν τὸ γράμμα βροχὴν ὀνομάζει τὸ μάννα, ὅπερ ἰδίως καὶ ἀφωρισμένως τοῖς Ἰουδαίοις ὑπετίζετο· κατὰ δὲ τὸ πνεῦμα βροχὴν μὲν λέγει τὸν εὐαγγελικὸν λόγον, τὸν ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανοῦ παρὰ Χριστοῦ πρὸς ἡμᾶς γεγονότα, ἢ αὐτὸν τὸν ἐπιδημήσαντα Σωτῆρα τῇ ἀνθρωπότητι, καθώσπερ καὶ ἐν ἑτέρῳ ψαλμῷ «Καταβήσεται ὡς ὑετὸς,» καὶ τὰ ἑξῆς. Ἑκούσιον δὲ, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῆς νομικῆς λατρείας. Τὰ γὰρ τῆς Παλαιᾶς τρόπον τινὰ οὐκ ἦν αὐτῷ ἑκούσια, οὐδὲ προηγουμένως ἐδόθη τῷ ἀνθρώπῳ, ἀλλ᾽ ἐμετρήθη τῇ φύσει τῶν παραδεχομένων.
Μετάφραση
Διότι και οι ουρανοί έσταξαν τους θείους και πνευματικούς λόγους και νόμους, δηλαδή οι απόστολοι που φρονούν τα ουράνια. Αυτό δηλωνόταν και μέσω των δύο τράγων, από τους οποίους ο ένας θυσιαζόταν, ενώ ο άλλος απολυόταν στην έρημο, ώστε να εννοήσουμε αφενός τον Χριστό που έπασχε κατά τη σάρκα από τους Ιουδαίους, και αφετέρου ότι παρέμεινε απαθής κατά τη θεότητα, και ότι μεταβαίνει, σαν σε έρημο, από τους θεοκτόνους στα έθνη. Επεφοίτησε δε και η χάρη του Πνεύματος, μιμούμενη τρόπον τινά τις σταγόνες της δροσιάς. «Βροχή εκούσια θα ξεχωρίσεις, ω Θεέ, για την κληρονομία σου.» (A f. 338 b, E f. 126) Κατά το γράμμα, βροχή ονομάζει το μάννα, το οποίο ειδικά και αποκλειστικά προσφερόταν στους Ιουδαίους· κατά το πνεύμα, βροχή ονομάζει τον ευαγγελικό λόγο, ο οποίος ήλθε σε εμάς άνωθεν και από τον ουρανό μέσω του Χριστού, ή τον ίδιο τον Σωτήρα που επεδήμησε στην ανθρωπότητα, όπως και σε άλλον ψαλμό λέγει: «Θα κατέβει ως υετός», και τα λοιπά. «Εκούσια» δε, σε αντιδιαστολή προς τη νομική λατρεία. Διότι τα της Παλαιάς Διαθήκης κατά κάποιον τρόπο δεν ήταν εκούσια σε Αυτόν, ούτε δόθηκαν εξαρχής στον άνθρωπο, αλλά προσαρμόστηκαν σύμφωνα με τη φύση εκείνων που τα αποδέχονταν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες