ΤΙΤΛ. ΙΒʹ. —Περὶ μεταβατῶν, καὶ μετερχομένων ἐκ τόπου εἰς τόπον. «τῷ ἐκπορευομένῳ καὶ τῷ εἰσπορευομένῳ οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἀπὸ τῆς θλίψεως.» «Ζωὴ πονηρὰ ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν· καὶ οὗ ἐὰν παροικήσει, οὐκ ἀνοίξει στόμα.» ΤΙΤΛ. ΙΓʹ. —Περὶ μισθωτοῦ, καὶ τῶν ἀποστερούντων μισθόν. «Οὐ κοιμηθήσεται ὁ μισθὸς τοῦ μισθωτοῦ παρὰ σοὶ ἕως πρωΐ.» «Οὐκ ἀπαδικήσεις μισθὸν πένητος καὶ ἐνδεοῦς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου, ἢ ἐκ τῶν προσηλύτων· αὐθήμερον ἀποδώσεις τὸν μισθὸν αὐτοῦ. Οὐκ ἐπιδύσεται ὁ ἥλιος ἐπ᾽ αὐτῷ, ὅτι πένης ἐστὶν, καὶ ἐπ᾽ αὐτῷ ἔχει τὴν ἐλπίδα, καὶ οὐ καταβοήσεται κατὰ σοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἔσται σοι ἁμαρτία.» «Ὁ οἰκοδομῶν τὸν οἶκον αὐτοῦ οὐ μετὰ δικαιοσύνης, καὶ τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ οὐκ ἐν κρίματι, παρὰ τῷ πλησίον αὐτοῦ ἐργᾶται δωρεὰν, καὶ τὸν μισθὸν αὐτοῖς οὐ μὴ ἀποδῷ.» «Ἐκχέων αἷμα, ὁ ἀποστερῶν μισθὸν μισθίου αὐτοῦ.» «Μὴ κακώσῃς οἰκέτην ἐργαζόμενον ἐν ἀληθείᾳ, μηδὲ μίσθιον διδόντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ.» «Τῷ ἐργαζομένῳ ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατὰ ὀφειλήν.» «Ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν, ὃς ἀπεστερημένος ἀφ᾽ ὑμῶν, κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσελήλυθεν.» ΤΙΤΛ. ΙΔʹ. —Περὶ ματαιοπονούντων. «Εἰς κενὰ καὶ μάταια ἐκοπίασεν πλοῦτον, ἐξ οὗ οὐ γεύσεται.» «Πλὴν μάτην ταράσσεται πᾶς ἄνθρωπος ζῶν.» «
Μετάφραση
ΤΙΤΛ. ΙΒʹ. — Περί των μεταβατών και όσων μετακινούνται από τόπο σε τόπο. «Σε εκείνον που αναχωρεί και σε εκείνον που εισέρχεται δεν υπάρχει ειρήνη εξαιτίας της θλίψης.» «Είναι κακή ζωή να περιφέρεται κανείς από σπίτι σε σπίτι· και όπου κι αν μείνει ως ξένος, δεν θα ανοίξει το στόμα του.» ΤΙΤΛ. ΙΓʹ. — Περί του μισθωτού και εκείνων που αποστερούν τον μισθό. «Ο μισθός του μισθωτού δεν θα παραμείνει σε εσένα τη νύχτα μέχρι το πρωί.» «Δεν θα αδικήσεις τον μισθό του φτωχού και του ενδεούς από τους αδελφούς σου, ή από τους προσήλυτους· την ίδια μέρα θα του αποδώσεις τον μισθό του. Δεν θα δύσει ο ήλιος με αυτόν (απλήρωτο), επειδή είναι φτωχός και σε αυτόν έχει στηρίξει την ελπίδα του, για να μην καταβοήσει εναντίον σου προς τον Κύριο, και σου καταλογιστεί ως αμαρτία.» «Εκείνος που οικοδομεί τον οίκο του χωρίς δικαιοσύνη, και τα ανώγειά του χωρίς δίκαιη κρίση, αναγκάζει τον πλησίον του να εργάζεται δωρεάν, και δεν πρόκειται να του αποδώσει τον μισθό.» «Σαν να χύνει αίμα είναι εκείνος που αποστερεί τον μισθό του μισθωτού του.» «Μην κακομεταχειριστείς τον υπηρέτη που εργάζεται πιστά, ούτε τον μισθωτό που προσφέρει την ψυχή του.» «Σε εκείνον που εργάζεται, ο μισθός δεν λογίζεται ως χάρη, αλλά ως οφειλή.» «Ιδού, ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας, τον οποίο εσείς αποστερήσατε, κραυγάζει, και οι φωνές των θεριστών έχουν εισέλθει στα αυτιά του Κυρίου Σαβαώθ.» ΤΙΤΛ. ΙΔʹ. — Περί όσων ματαιοπονούν. «Κοπίασε για πλούτο κενό και μάταιο, από τον οποίο δεν θα γευθεί.» «Όμως μάταια ταράζεται κάθε ζωντανός άνθρωπος.» «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες