ἤδη δὲ ἕβδομόν φησιν· «ψυχὴ ἂν ἁμάρτῃ, καὶ παριδὼν παρίδῃ τὰς ἐντολὰς κυρίου, καὶ ψεύσηται πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ ἐν παρακαταθήκῃ, περὶ κοινωνίας ἢ ἁρπαγῆς, ἢ ἠδίκησέ τι τὸν πλησίον, ἢ εὗρεν ἀπώλειαν, καὶ ψεύσηται περὶ αὐτῆς, καὶ ὀμόσῃ ἀδίκως περὶ ἑνὸς ἀπὸ πάντων ὧν ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος, ὥστε ἁμαρτεῖν ἐν τούτοις, καὶ ἡνίκα ἂν ἁμάρτῃ καὶ πλημμελήσῃ καὶ ἀποδῷ τὸ ἅρπαγμα ὃ ἥρπασεν, ἢ τὸ ἀδίκημα ὃ ἠδίκησεν, ἢ τὴν παρακαταθήκην ἥτις παρετέθη αὐτῷ, ἢ τὴν ἀπώλειαν ἣν εὗρεν, ἀπὸ παντὸς πράγματος οὗ ὤμοσε περὶ αὐτοῦ ἀδίκως, καὶ ἀποτίσει αὐτὸ τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίπεμπτον». ἐχρῆν δ᾽ ἂν μετὰ τὸ ἐξαγορεῦσαι τὸ ἁμάρτημα καὶ μετὰ τὸ ἀποτῖσαι σπεύδειν πάλιν πάντα ὑπερθέμενον εἰς τὸν τόπον «ὃν ἂν ἐκλέξηται κύριος ὁ θεός», καὶ προσφέρειν γε περὶ τῆς πλημμελείας κριὸν ἄμωμον, «καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς ἔναντι κυρίου, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ».
Μετάφραση
Ήδη δε ως έβδομο αναφέρει: «εάν μία ψυχή αμαρτήσει, και παραβλέψει με περιφρόνηση τις εντολές του Κυρίου, και πει ψέματα στον πλησίον του σχετικά με κάποια παρακαταθήκη, ή σχετικά με κάποια συναλλαγή ή αρπαγή, ή αν αδίκησε σε κάτι τον πλησίον του, ή βρήκε κάτι που είχε χαθεί, και πει ψέματα για αυτό, και ορκιστεί ψευδώς για οποιοδήποτε από όλα όσα μπορεί να πράξει ο άνθρωπος ώστε να αμαρτήσει σε αυτά, και όταν πια αμαρτήσει και σφάλει, τότε θα αποδώσει το άρπαγμα που άρπαξε, ή το αδίκημα που διέπραξε, ή την παρακαταθήκη που του εμπιστεύτηκαν, ή το χαμένο αντικείμενο που βρήκε, ή οτιδήποτε για το οποίο ορκίστηκε ψευδώς, και θα αποτίσει το ίδιο το κεφάλαιο και το ένα πέμπτο επιπλέον». Έπρεπε δε, μετά την εξομολόγηση του αμαρτήματος και μετά την απότιση, να σπεύσει πάλι, αναβάλλοντας κάθε τι άλλο, στον τόπο «που θα εκλέξει Κύριος ο Θεός», και να προσφέρει για το σφάλμα του ένα άμωμο κριάρι, «και ο ιερέας θα τελέσει εξιλέωση για αυτόν ενώπιον του Κυρίου, και θα του συγχωρεθεί».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες