ὁ τοῖς βλασφημοῦσιν ἐπαρτήσας, φησὶ, ζημίαν· γέγραπται γὰρ ἐν βιβλίῳ τῷ καλουμένῳ Λευϊτικῷ, ὅτι τινὲς τελοῦντες εἰς Ἰουδαίους ἐμαχέσαντο κατὰ τὸ γεγραμμένον ἐν τῇ παρεμβολῇ, ὧν ὁ ἕτερος τοῦ θείου φησὶν ὀνόματος ἐπιμνησθεὶς, ηὐλόγησεν, ἀντὶ τοῦ κατηράσατο καὶ δεδυσφήμηκεν, εἶτα τεθνάναι προστάττεται, καὶ τῆς ἀνοσίου γλώττης πικρὰς ἀποτῖσαι δίκας, Θεοῦ λέγοντος ἐναργῶς “Ἄνθρωπος ὃς ἂν ”καταράσηται Θεὸν ἁμαρτίαν λήψεται, ὀνομάζων δὲ τὸ “ὄνομα Κυρίου θανατούσθω· λίθοις λιθοβολησάτωσαν αὐ- ”τὸν πᾶσα συναγωγὴ Ἰσραήλ· ἐάν τε προσήλυτος ἐάν τε “αὐτόχθων, ἐν τῷ ὀνομάσαι αὐτὸν τὸ ὄνομα Κυρίου ”τελευτάτω.” Ἀλλ᾽ ἴσως τις πρὸς τοῦτο τυχὸν ἐνδοιάσας ἐρεῖ Τί ἄρα φησὶν ὁ νόμος, τί δέ μοι βούλεται διὰ τούτου δηλοῦν; τὸ μὲν γὰρ τεθνάναι, φησὶ, τὸν ταῖς εἰς Θεὸν δυσφημίαις ἔνοχον, οὐκ ἂν ἔξω φέροιτο τοῦ εἰκότος, πάθοι δ᾽ ἂν αὐτὸ καὶ σφόδρα δικαίως. ἀλλὰ τί δήποτε κἂν εἰς ἕνα τις τῶν ψευδωνύμων ἐξυβρίσῃ θεῶν, ἁμαρτίας οὐκ ἀμοιρεῖ; ἐὰν γάρ τις, φησὶ, καταράσηται Θεὸν, ἁμαρτίαν λήψεται. καὶ τί πρὸς τοῦτό φαμεν; ἀσφαλὴς ὁ νομοθέτης· τὸ γὰρ οἶμαι διαλοιδορεῖσθαι φιλεῖν καὶ τοῖς κατὰ φύσιν οὐκ οὖσι θεοῖς, μελέτη τις ὥσπερ ἐστὶ καὶ τρίβος πρὸς τὴν ἐπὶ τῷ κατὰ φύσιν Θεῷ γλωσσαλγίαν ἡμᾶς παροτρύνουσα. διὰ τοῦτο καὶ δι᾽ ἑτέρων αὐτὸ πάλιν ἀπείργει λέγων “Θεοὺς οὐ κακο- ”λογήσεις.”
Μετάφραση
Αυτός που επέβαλε, λέει, τιμωρία σε αυτούς που βλασφημούν· διότι είναι γραμμένο στο βιβλίο που ονομάζεται Λευιτικό, ότι κάποιοι που ανήκαν στους Ιουδαίους μάλωσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με όσα είναι γραμμένα, μέσα στο στρατόπεδο, από τους οποίους ο ένας, αναφέροντας το θείο όνομα, «ευλόγησε» –δηλαδή, καταράστηκε και βλασφήμησε– και έπειτα διατάζεται να θανατωθεί και να πληρώσει πικρό τίμημα για την ανόσια γλώσσα του, με τον Θεό να λέει ξεκάθαρα: «Οποιοσδήποτε άνθρωπος καταραστεί τον Θεό, θα επωμιστεί την αμαρτία του· και όποιος προφέρει το όνομα του Κυρίου πρέπει να θανατωθεί· όλη η συναγωγή του Ισραήλ να τον λιθοβολήσει με πέτρες· είτε είναι προσήλυτος είτε αυτόχθονας, όταν προφέρει το όνομα του Κυρίου, να πεθάνει». Αλλά ίσως κάποιος, έχοντας ενδοιασμούς ως προς αυτό, θα πει: Τι λέει λοιπόν ο νόμος, και τι θέλει να μου δηλώσει μέσω αυτού; Διότι το να θανατωθεί, λέει, αυτός που είναι ένοχος για βλασφημίες εναντίον του Θεού, δεν θα ήταν παράλογο, και θα το υφίστατο απολύτως δίκαια. Αλλά γιατί, αν κάποιος βρίσει έστω και έναν από τους ψευδώνυμους θεούς, δεν απαλλάσσεται από την αμαρτία; Διότι, λέει, αν κάποιος καταραστεί θεό, θα επωμιστεί αμαρτία. Και τι απαντάμε σε αυτό; Ο νομοθέτης προνοεί με ασφάλεια· διότι το να συνηθίζει κανείς, νομίζω, να λοιδορεί ακόμη και αυτούς που δεν είναι εκ φύσεως θεοί, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μια άσκηση και έναν δρόμο που μας εξωθεί στην αθυροστομία εναντίον του αληθινού, κατά φύσιν, Θεού. Γι' αυτόν τον λόγο, και μέσω άλλων λόγων, το απαγορεύει πάλι λέγοντας: «Δεν θα κακολογήσεις θεούς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες