Ὅτι τοίνυν οὐ μερισμοῦ πρόξενος, ἀλλ᾽ ἑνώσεως πρὸς ἡμᾶς ὁ Χριστοῦ γέγονε θάνατος, ἐδήλου πλαγίως τὸ θύεσθαι μὲν τὸ στρουθίον, οὐ μὴν καὶ εἰσάπαν ἀποκείρεσθαι τοῦ σπονδούλου τὴν κεφαλήν· ὅτι δὲ ἁγιάζει τὴν Ἐκκλησίαν τῷ ἰδίῳ αἵματι, κατασημήνειεν ἂν, τὸ τῷ αἵματι τοῦ στρουθίου καταραίνεσθαι τὴν σκηνὴν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ. Μία δὲ τρυγὼν ὑπὲρ ἁμαρτίας, καὶ μία πάλιν, εἰς ὁλοκαύτωμα, νοεῖται δὲ δι᾽ ἀμφοῖν ὁ Χριστὸς, καὶ ἀποθνήσκων ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας ὁλοκαυτούμενος τῷ Πατρὶ, καὶ μὴν καὶ ἀντάλλαγμα τῆς ἁπάντων ζωῆς ἑαυτὸν ἀνατιθείς. ΠΑΛΛ. Εὖ ἔφης. ΚΥΡ. Ὑποβιβάζει γε μὴν ὁ νόμος καὶ εἰς τὸ λίαν εὐπόριστον τῆς θυσίας τὸν τρόπον· καὶ ἀναλόγως τοῖς ἑκάστου μέτροις ποιεῖσθαι προστάττει, τὸν ἐπὶ τοῖς ἀρίστοις ὄκνον ὑποτεμνόμενος πανταχῆ, καὶ ἀπροφάσιστον καθιστὰς τοῖς ἑλοῦσι τὸ ῥᾴθυμον. Γράφει δὲ ὧδε πάλιν· «Ἐὰν δὲ μὴ εὑρίσκῃ ἡ χεὶρ αὐτοῦ ζεῦγος τρυγόνων, ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν, καὶ οἴσει τὸ δῶρον αὐτοῦ, περὶ οὗ ἥμαρτε, τὸ δέκατον τοῦ οἶφι σεμιδάλεως περὶ ἁμαρτίας. Οὐκ ἐπιχεεῖ ἐπ᾽ αὐτὸ ἔλαιον, οὐδὲ ἐπιθήσει ἐπ᾽ αὐτῷ λίβανον, ὅτι περὶ ἁμαρτίας ἐστὶ, καὶ οἴσει αὐτὴν πρὸς τὸν ἱερέα, καὶ δραξάμενος ὁ ἱερεὺς ἀπ᾽ αὐτῆς πλήρη τὴν δράκα αὐτοῦ, τὸ μνημόσυνον αὐτῆς ἐπιθήσει ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων Κυρίου, ἁμαρτία ἐστί.
Μετάφραση
Ότι, λοιπόν, ο θάνατος του Χριστού δεν έγινε πρόξενος χωρισμού, αλλά ενώσεως με εμάς, το υποδήλωνε πλαγίως το γεγονός ότι θυσιαζόταν μεν το πτηνό, αλλά το κεφάλι του δεν αποκοπτόταν εντελώς από τον σπόνδυλο. Το ότι αγιάζει την Εκκλησία με το δικό Του αίμα, θα μπορούσε να το υποδηλώσει το ότι ραντιζόταν με το αίμα του πτηνού η σκηνή και όσα βρίσκονταν μέσα σε αυτήν. Μία δε τρυγόνα για την αμαρτία, και μία πάλι για ολοκαύτωμα· και μέσα από τα δύο νοείται ο Χριστός, που και πεθαίνει για εμάς, και προσφέρεται ως ολοκαύτωμα σε οσμή ευωδίας προς τον Πατέρα, προσφέροντας μάλιστα τον εαυτό Του ως αντάλλαγμα για τη ζωή όλων. ΠΑΛΛ. Πολύ σωστά μίλησες. ΚΥΡ. Βεβαίως ο νόμος κατεβάζει τον τρόπο της θυσίας και στο πολύ προσιτό· και προστάζει να γίνεται ανάλογα με τις δυνατότητες του καθενός, αποκόπτοντας από παντού τον δισταγμό για τα άριστα, και καθιστώντας αδικαιολόγητη τη ραθυμία για όσους την επιλέγουν. Γράφει δε πάλι τα εξής: «Εάν δε το χέρι του δεν βρίσκει ένα ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστεριών, τότε θα φέρει ως δώρο του για το αμάρτημά του, το δέκατο ενός οιφί σεμιδάλεως για την αμαρτία. Δεν θα χύσει πάνω σε αυτό λάδι, ούτε θα βάλει πάνω του λιβάνι, διότι είναι περί αμαρτίας. Και θα το φέρει προς τον ιερέα, και αφού ο ιερέας πάρει από αυτό μια γεμάτη χούφτα, θα τοποθετήσει το μνημόσυνό του πάνω στο θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων του Κυρίου· είναι αμαρτία».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες