Πάνυ μὲν οὖν· ἰσοπαλῆ γάρ πως ἐπ᾽ ἀμφοῖν ἀεὶ τὰ ἐγκλήματα. ΚΥΡ. Ἕψεται δὴ οὖν καὶ τούτοις ἡ λύσις δι᾽ ἐξαγορεύσεώς τε καὶ μὴν καὶ ἀμνάδος, ἤτοι προβάτου σφαγῆς· «Λέγε γὰρ σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος,» φησὶν, «ἵνα δικαιωθῇς.» Καὶ μὴν καὶ ὁ θεῖος ἀναφωνεῖ Δαβίδ· «Εἶπα· Ἐξαγορεύσω κατ᾽ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ, καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου.» Πλὴν, οὐκ ἀπόχρη εἰς τὴν τελείαν ἀπόνιψιν τὸ ἐξαγορεῦσαι μόνον, ἀπαλλάττει δὲ παντελῶς ὁ Χριστοῦ θάνατος, παθόντος ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ταῖς ἁπάντων ἡμῶν ἁμαρτίαις ἑαυτὸν ὑποφέροντος ὡς ἐν εἴδει παντὶ τῶν ἡμέρων ζώων· ἐν μόσχῳ δὴ λέγω, καὶ μὴν καὶ προβάτῳ καὶ αἰγί. Ἀπροφάσιστον δὲ ὥσπερ καθιστὰς ὁ νόμος τὸ ῥᾴθυμον εἰς θυσίαν, τοῖς ἐν μολυσμοῖς καὶ ἀκαθαρσίαις, εἰ μὴ μόσχον τις ἔχοι καὶ πρόβατον, τοῖς κατὰ χεῖρα καὶ ἐν ἰσχύϊ τιμᾷν ἀναπείθει, λέγων· «Ἐὰν δὲ μὴ ἰσχύῃ ἡ χεὶρ αὐτοῦ τὸ ἱκανὸν εἰς τὸ πρόβατον, οἴσει περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτε, δύο τρυγόνας, ἢ δύο νοσσοὺς περιστερῶν Κυρίῳ, ἕνα περὶ ἁμαρτίας, καὶ ἕνα εἰς ὁλοκαύτωμα, καὶ οἴσει αὐτὰ πρὸς τὸν ἱερέα, καὶ προσάξει ὁ ἱερεὺς τὸ περὶ τῆς ἁμαρτίας πρότερον, καὶ ἀποκνίσει ὁ ἱερεὺς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ σφονδύλου, καὶ οὐ διελεῖ, καὶ ῥανεῖ ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ περὶ τῆς ἁμαρτίας, ἐπὶ τὸν τοῖχον τοῦ θυσιαστηρίου.
Μετάφραση
Βεβαιότατα· διότι τα παραπτώματα είναι κατά κάποιον τρόπο ισάξια και στις δύο περιπτώσεις. ΚΥΡ. Θα ακολουθήσει λοιπόν και για αυτά η άφεση μέσω της εξομολογήσεως, αλλά και της σφαγής μιας αμνάδας, δηλαδή ενός προβάτου· «Διότι λέγε εσύ πρώτος τις ανομίες σου», λέει, «για να δικαιωθείς». Επίσης και ο θείος Δαβίδ αναφωνεί: «Είπα· θα εξομολογηθώ εναντίον του εαυτού μου την ανομία μου στον Κύριο, και εσύ συγχώρησες την ασέβεια της καρδιάς μου». Όμως, δεν αρκεί για τον τέλειο καθαρισμό μόνο η εξομολόγηση, αλλά απαλλάσσει εντελώς ο θάνατος του Χριστού, ο οποίος έπαθε για εμάς και προσέφερε τον εαυτό Του για τις αμαρτίες όλων μας υπό το είδος κάθε ήμερου ζώου· αναφέρομαι δηλαδή στον μόσχο, και μάλιστα στο πρόβατο και στην αίγα. Ο νόμος, λοιπόν, καθιστώντας αδικαιολόγητη την αμέλεια ως προς τη θυσία για όσους βρίσκονται σε μολυσμούς και ακαθαρσίες, αν κάποιος δεν έχει μόσχο ή πρόβατο, τον προτρέπει να τιμήσει τον Θεό με ό,τι είναι εύκαιρο και σύμφωνα με τις δυνάμεις του, λέγοντας: «Εάν δε το χέρι του δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει πρόβατο, θα προσφέρει στον Κύριο για την αμαρτία του που διέπραξε δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών, ένα για την αμαρτία και ένα για το ολοκαύτωμα, και θα τα φέρει στον ιερέα, και ο ιερέας θα προσφέρει πρώτα εκείνο που προορίζεται για την αμαρτία, και θα αποκόψει ο ιερέας το κεφάλι του από τον σπόνδυλο, χωρίς όμως να το χωρίσει εντελώς, και θα ραντίσει από το αίμα της θυσίας περί αμαρτίας πάνω στον τοίχο του θυσιαστηρίου.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες