Πῶς δαὶ παρ᾽ ἑαυτῶν τὰς ὥρας δανειζόμεναι πρὸς τὴν ἀπόδοσιν οὐ ψεύδονται, καὶ ἀγράφως δανειζόμεναι ἀγνωμονεῖν οὐκ οἴδασιν; Ὡς γραμματεῖον γὰρ ἀναγινώσκουσαι τὸ τοῦ θεοῦ πρόσταγμα πρὸς τὴν ἀπόδοσιν οὐ βραδύνουσι, τῇ δοσοληψίᾳ τῶν ὡρῶν ἑαυτὰς οὐχ ὑβρίζουσαι. Καὶ ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη, ἡ πεντεκαιδεκάωρός φημι, ὡς ἀξίωμα λαβοῦσα τὸ μακρὸν διάστημα, τὴν ἐννάωρον ἡμέραν ὡς πτωχὴν οὐ καταπονεῖ, οὐ βιάζεται, οὔτε ὑπερηφανίαν κατ᾽ αὐτῆς ἐνδύεται, οὔτε τῷ φωτὶ καὶ τῇ θέρμῃ γαυριῶσα τῇ χειμαζομένῃ ἐπανίσταται, ἀλλ᾽ ὡς ἀδελφὴν μικροτέραν ἡ μεγάλη ἀγαπᾷ, καὶ τὰς ὥρας ἀντιλαμβάνουσαι καὶ ἀντεισφέρουσαι τέρπουσι τοὺς θεατάς. 〈Ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ῥῆμα,〉 καὶ ἀπόστολος ἀποστόλῳ τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα· 〈Καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾽ ἀρχῆς αὐτόπται.
Μετάφραση
Πώς λοιπόν δανείζονται μεταξύ τους τις ώρες και δεν αθετούν την επιστροφή τους, και ενώ δανείζονται άγραφα δεν γνωρίζουν από αχαριστία; Διότι διαβάζοντας το πρόσταγμα του Θεού σαν να είναι συμβόλαιο, δεν καθυστερούν στην απόδοση, χωρίς να αλληλοπροσβάλλονται με τη δοσοληψία των ωρών. Και η μεγάλη ημέρα, εννοώ η δεκαπεντάωρη, έχοντας λάβει ως αξίωμα το μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν καταπιέζει την εννεάωρη ημέρα σαν να είναι φτωχή, δεν την εκβιάζει, ούτε περιβάλλεται με υπερηφάνεια εναντίον της, ούτε, καυχιόμενη για το φως και τη ζέστη, επαναστατεί ενάντια στη χειμωνιάτικη, αλλά η μεγάλη την αγαπά σαν μικρότερη αδερφή της, και δίνοντας και παίρνοντας μεταξύ τους τις ώρες τέρπουν τους θεατές. «Η ημέρα στην ημέρα αναγγέλλει τον λόγο», και ο απόστολος στον απόστολο το ευαγγελικό κήρυγμα: «Όπως μας παρέδωσαν οι απ' αρχής αυτόπτες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες