Νῦν 〈δὲ〉 εἰς μέσον οὐδέν, καὶ πῶς ἔσται 〈τοῦτο〉 ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Ἡ ἀναρότρευτος ἄρουρα, ἀγεώργητος δώσω καρπὸν μὴ δεξαμένη σπορὰν μηδὲ τὸν σπείραντα; Τοῦτο λέξον μοι, τοῦτο φράσον μοι, ὁ ἑστὼς καὶ λέγων μοι· Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε.» Ὁ ἐν ὑψίστοις θαρρηθεὶς τὸν ἀσπασμόν, οὐ τὸν τόκον, τῆς παναγίας Μαρίας, ὡς ἤκουσεν ὃ ἔφησεν ἡ παρθένος, πρὸς αὐτὴν ἀπεκρίνατο· «Ἐπειδὴ ἔφης, σεμνή, μέσον τινὰ ἔχειν τὰ πάλαι γενόμενα, τὸ παρὸν μεῖζόν ἐστιν, ὅθεν οὐκ ἔστιν χρεία μεσιτεύοντος.
Μετάφραση
Τώρα όμως δεν μεσολαβεί τίποτα, και πώς θα γίνει αυτό, αφού δεν γνωρίζω άνδρα; Ως μη οργωμένο χωράφι, ακαλλιέργητο πώς θα δώσω καρπό, χωρίς να έχω δεχτεί σπόρο ούτε τον σπορέα; Αυτό πες μου, αυτό εξήγησέ μου, εσύ που στέκεσαι και μου λες: Χαίρε νύμφη ανύμφευτε.» Εκείνος που στα ύψιστα ενθαρρύνθηκε να φέρει τον ασπασμό, και όχι τον τοκετό, της παναγίας Μαρίας, μόλις άκουσε αυτά που είπε η παρθένος, της αποκρίθηκε: «Επειδή είπες, σεμνή, ότι τα παλαιά γεγονότα είχαν κάποιον μεσάζοντα, το παρόν είναι ανώτερο, γι' αυτό και δεν υπάρχει ανάγκη μεσολαβητή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες