Τοῦτο δὲ τίς οὐκ ἂν θαυμάσειεν; ἢ τίς οὐκ ἂν σύνθοιτο θεῖον ἀληθῶς εἶναι τὸ πρᾶγμα; εἰ γὰρ τὰ τῆς θεότητος τοῦ λόγου ἔργα μὴ διὰ τοῦ σώματος ἐγίνετο, οὐκ ἂν ἐθεοποιήθη ἄνθρωπος. καὶ πάλιν εἰ τὰ ἴδια τῆς σαρκὸς οὐκ ἐλέγετο τοῦ λόγου, οὐκ ἂν ἠλευθερώθη παντελῶς ἀπὸ τούτων ἄνθρωπος· ἀλλ’ εἰ ἄρα πρὸς ὀλίγον μὲν ἀνεπαύετο, ὡς προεῖπον, πάλιν δὲ ἔμενεν ἡ ἁμαρτία ἐν αὐτῷ καὶ ἡ φθορά, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἔμπροσθεν ἀνθρώπων γέγονε, καὶ τοῦτο δείκνυται. πολλοὶ γοῦν ἅγιοι γεγόνασι καὶ καθαροὶ πάσης ἁμαρτίας· Ἱερεμίας δὲ καὶ «ἐκ κοιλίας» ἡγιάσθη, καὶ Ἰωάννης ἔτι κυοφορούμενος «ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει» ἐπὶ τῇ φωνῇ τῆς θεοτόκου Μαρίας· καὶ ὅμως «ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Μωσέως, καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐπὶ τῷ ὁμοιώματι τῆς παραβάσεως Ἀδάμ», καὶ οὕτως ἔμενον οὐδὲν ἧττον οἱ ἄνθρωποι θνητοὶ καὶ φθαρτοί, δεκτικοὶ τῶν ἰδίων τῆς φύσεως παθῶν. νῦν δὲ τοῦ λόγου γενομένου ἀνθρώπου καὶ ἰδιοποιουμένου τὰ τῆς σαρκὸς οὐκέτι ταῦτα τοῦ σώματος ἅπτεται διὰ τὸν ἐν αὐτῷ γενόμενον λόγον, ἀλλὰ ὑπ’ αὐτοῦ μὲν ἀνήλωται, λοιπὸν δὲ οἱ ἄνθρωποι οὐκέτι κατὰ τὰ ἴδια πάθη μένουσιν ἁμαρτωλοὶ καὶ νεκροί, ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ λόγου δύναμιν ἀναστάντες ἀθάνατοι καὶ ἄφθαρτοι ἀεὶ διαμένουσιν.
Μετάφραση
Και ποιος δεν θα το θαύμαζε αυτό; Ή ποιος δεν θα συμφωνούσε ότι το γεγονός αυτό είναι αληθινά θεϊκό; Διότι, εάν τα έργα της θεότητας του Λόγου δεν πραγματοποιούνταν μέσω του σώματος, ο άνθρωπος δεν θα είχε θεωθεί. Και πάλι, εάν τα ιδιώματα της σάρκας δεν αποδίδονταν στον Λόγο, ο άνθρωπος δεν θα είχε ελευθερωθεί παντελώς από αυτά· αλλά και αν ακόμη αναπαυόταν για λίγο, όπως προείπα, θα παρέμενε πάλι μέσα του η αμαρτία και η φθορά, όπως ακριβώς συνέβη με τους προγενέστερους ανθρώπους, και αυτό αποδεικνύεται. Πολλοί, βεβαίως, υπήρξαν άγιοι και καθαροί από κάθε αμαρτία· ο Ιερεμίας αγιάστηκε «εκ κοιλίας», και ο Ιωάννης, ενώ ακόμη κυοφορούνταν, «σκίρτησε με αγαλλίαση» στο άκουσμα της φωνής της Θεοτόκου Μαρίας· και όμως «βασίλευσε ο θάνατος από τον Αδάμ μέχρι τον Μωυσή, ακόμη και σε εκείνους που δεν αμάρτησαν με τον ίδιο τρόπο που παρέβη την εντολή ο Αδάμ», και έτσι οι άνθρωποι παρέμεναν εξίσου θνητοί και φθαρτοί, υποκείμενοι στα πάθη της φύσης τους. Τώρα, όμως, αφού ο Λόγος έγινε άνθρωπος και οικειοποιήθηκε τα ιδιώματα της σάρκας, αυτά δεν αγγίζουν πλέον το σώμα εξαιτίας του Λόγου που ενοίκησε σε αυτό, αλλά έχουν αναλωθεί από αυτόν, και στο εξής οι άνθρωποι δεν παραμένουν πια αμαρτωλοί και νεκροί εξαιτίας των δικών τους παθών, αλλά, έχοντας αναστηθεί με τη δύναμη του Λόγου, παραμένουν για πάντα αθάνατοι και άφθαρτοι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες