Δεῖ δὲ, ὡς ἔφην, τὰς οὕτως εὐήθεις τῶν ἐρωτήσεων καὶ πολὺ ἄτοπον ἐχούσας μηδὲ προσίεσθαι τὴν ἀρχὴν, μηδὲ τὴν θείαν ἀγνοεῖν φύσιν, μᾶλλον δὲ τῆς φύσεως ἐκείνης ἐξαίρετα. <Εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.> (E f. 56, F f. 740) Οὐκ ἀκούεις καὶ τοῦ Δαβὶδ ψάλλοντος· «Ἰδοὺ ἡ κληρονομία Κυρίου, υἱοὶ ὁ μισθὸς τοῦ καρποῦ τῆς γαστρός;» Κληρονομία γὰρ Κυρίου οἱ διὰ πίστεως αὐτῷ υἱοθετηθέντες, οἳ καὶ μισθός εἰσι Χριστοῦ, τοῦ γεγονότος καρποῦ τῆς παρθενικῆς γαστρός· κατὰ τὸ, «Αἴτησαι παρ᾽ ἐμοῦ, καὶ δώσω σοι ἔθνη τὴν κληρονομίαν σου.» <Ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὑτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν, κ.τ.λ. (B f. 16, H f. 44 b.) Αἰνίττεται ὁ βραχίων τὸν ἐξ αὐτῆς φύντα Λόγον. Ὑπερηφάνους δὲ λέγει τοὺς πονηροὺς δαίμονας μετὰ τοῦ ἄρχοντος αὐτῶν πεσόντας δι᾽ ἔπαρσιν, καὶ τοὺς Ἑλλήνων σοφοὺς τὴν δοκοῦσαν τοῦ κηρύγματος μωρίαν μὴ προσδεξαμένους, καὶ Ἰουδαίους πιστεῦσαι μὴ βουληθέντας, οἵτινες διεσκορπίσθησαν, ἀνάξια διανοηθέντες περὶ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ· δυνάστας δὲ τοὺς Γραμματεῖς, καὶ Φαρισαίους φησὶ τοὺς τὰς πρωτοκαθεδρίας μεταδιώκοντας.— (A f. 9 b, E f. 59, H f. 48.) Οἰκειότερον δὲ ταῦτα περὶ τῶν ἀλιτηρίων δαιμόνων νοεῖν· τούτους γὰρ καταθρασυνομένους τῆς ὑπ᾽ οὐρανὸν διεσκόρπισεν ἐπιδημήσας ὁ Κύριος, καὶ τοὺς αἰχμαλωτισθέντας ὑπ᾽ αὐτῶν, πρὸς τὴν ὑπακοὴν ἑαυτοῦ ἀντιμετέστησε.
Μετάφραση
Πρέπει δε, όπως είπα, τέτοιου είδους αφελείς ερωτήσεις που έχουν πολύ το άτοπο, να μην τις αποδεχόμαστε καθόλου από την αρχή, και να μην αγνοούμε τη θεία φύση, ή μάλλον τα εξαίρετα γνωρίσματα εκείνης της φύσεως. <Ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου.> (E f. 56, F f. 740) Δεν ακούς και τον Δαβίδ που ψάλλει: «Ιδού η κληρονομία του Κυρίου, οι υιοί, ο μισθός του καρπού της κοιλίας;» Διότι κληρονομία του Κυρίου είναι εκείνοι που υιοθετήθηκαν από Αυτόν διά της πίστεως, οι οποίοι είναι και ο μισθός του Χριστού, που έγινε ο καρπός της παρθενικής κοιλίας· σύμφωνα με το, «Ζήτησε από εμένα, και θα σου δώσω τα έθνη ως κληρονομία σου.» <Εποίησε κράτος με τον βραχίονά Του· διασκόρπισε τους υπερήφανους κατά τη διάνοια της καρδίας τους, κ.τ.λ.> (B f. 16, H f. 44 b.) Ο βραχίονας υπονοεί τον Λόγο που γεννήθηκε από αυτήν. Υπερήφανους δε ονομάζει τους πονηρούς δαίμονες που έπεσαν μαζί με τον άρχοντά τους εξαιτίας της έπαρσης, και τους σοφούς των Ελλήνων που δεν αποδέχθηκαν τη φαινομενική μωρία του κηρύγματος, και τους Ιουδαίους που δεν θέλησαν να πιστέψουν, οι οποίοι διασκορπίστηκαν, επειδή σκέφθηκαν ανάξια για τον Υιό του Θεού· δυνάστες δε εννοεί τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους που επιδιώκουν τις πρωτοκαθεδρίες.— (A f. 9 b, E f. 59, H f. 48.) Είναι δε οικειότερο να τα κατανοούμε αυτά για τους αλιτήριους δαίμονες· διότι αυτούς, που αποθρασύνονταν στην υπ' ουρανόν, τους διασκόρπισε ο Κύριος με την έλευσή Του, και εκείνους που είχαν αιχμαλωτιστεί από αυτούς, τους επανέφερε στη δική Του υπακοή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες