Ταῦτα γὰρ πάντα ἀκολούθησε τῇ προφητείᾳ· <Καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων, καὶ ὕψωσε ταπεινούς.> (A f. 9 b, H f. 48) Μεγάλα ἐφρόνουν οἱ σκορπισθέντες δαίμονές τε καὶ διάβολος, Ἑλλήνων τὲ σοφοὶ (ὡς ἔφην) καὶ Φαρισαῖοι καὶ Γραμματεῖς· ἀλλὰ τούτους καθεῖλε, καὶ ὕψωσε τοὺς ταπεινώσαντας ἑαυτοὺς ὑπὸ τὴν κραταιὰν αὐτοῦ χεῖρα, δεδωκὼς αὐτοῖς ἐξουσίαν πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ· ἀπρακτῆσαι δὲ τὰς καθ᾽ ἡμῶν ποιήσας βουλὰς τῶν τῇ διανοίᾳ ὑπερηφάνων· ἦσάν ποτε καὶ Ἰουδαῖοι τῇ δυναστείᾳ γαυρούμενοι· ἀλλὰ καθῃρέθησαν δι᾽ ἀπιστίαν· οἱ δὲ ἐξ ἐθνῶν ἄσημοι ὄντες καὶ εὐτελεῖς, διὰ πίστιν ὑψώθησαν. <Πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς.> (B f. 16, H f. 44 b, E f. 59 b) Πεινῶντας μὲν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων λέγει· ἐλίμωττον γὰρ πλὴν Ἰουδαίων μόνων· οὗτοι δὲ ἐπλούτουν τῇ νομοθεσίᾳ, τῇ διδασκαλίᾳ τῶν ἁγίων προφητῶν· αὐτῶν γὰρ νομοθεσία ἡ υἱοθεσία, ἡ λατρεία, αἱ ἐπαγγελίαι· ἀλλ᾽ οὗτοι μὲν ὑπερμαζήσαντες, καὶ λίαν τῷ ἀξιώματι ἐπαρθέντες, διὰ τὸ μὴ ταπεινῶς προσελθεῖν τῷ ἐνανθρωπήσαντι, ἐξαπεστάλησαν κενοὶ, μηδὲν ἐπιφερόμενοι, μήτε πίστιν, μήτε γνῶσιν, μήτε ἐλπίδα ἀγαθῶν· ἐκπεπτώκασι γὰρ καὶ τῆς ἐπιγείου Ἱερουσαλὴμ, καὶ τῆς μελλούσης ἠλλοτριώθησαν ζωῆς τε καὶ δόξης, ἐπειδὴ οὐκ ἐδέξαντο τὸν ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ἐσταύρωσαν τὸν Κύριον τῆς δόξης, καὶ ἐγκατέλιπον τὴν πηγὴν τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ἐξουθένησαν τὸν ἄρτον τὸν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατελθόντα· διὰ τοῦτο καὶ ἦλθεν ἐπ᾽ αὐτοὺς λιμὸς ὁ πάντων χαλεπώτατος, καὶ δίψα δίψης ἁπάσης πικροτέρα· οὐ γὰρ ἦν λιμὸς ἄρτου αἰσθητοῦ, οὐδὲ δίψα ὕδατος, ἀλλὰ λιμὸς τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου· οἱ δὲ ἀπὸ τῶν ἐθνῶν πεινῶντες καὶ διψῶντες καὶ ἐν κακοῖς τὴν ψυχὴν τηκόμενοι, ἐπειδὴ τὸν Κύριον προσήκαντο, ἐνεπλήσθησαν τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν· μετέβη γὰρ εἰς αὐτοὺς τὰ τῶν Ἰουδαίων καλά. <Ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ, μνησθῆναι ἐλέους.> (E f. 59 b, F f. 744) Ἀντελάβετο Ἰσραὴλ, οὐ τοῦ κατὰ σάρκα, τοῦ τῷ ὀνόματι ψιλῷ σεμνυνομένου, ἀλλὰ τοῦ κατὰ πνεῦμα, τοῦ τὴν δύναμιν τῆς προσηγορίας τετηρηκότος, τουτέστιν τῶν εἰς αὐτὸν ὁρώντων καὶ πιστευόντων καὶ δι᾽ αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ υἱοθετουμένων, καθὼς καὶ τοῖς πάλαι προφήταις καὶ πατριάρχαις ὁ λόγος καὶ ἡ ὑπόσχεσις· δύναται δὲ καὶ πρὸς τὸν κατὰ σάρκα Ἰσραὴλ τοῦτο ἁρμόσαι· πολλαὶ γὰρ ἐξ αὐτῶν μυριάδες ἐπίστευσαν. «
Μετάφραση
Διότι όλα αυτά ακολούθησαν την προφητεία: «Καθαίρεσε δυνάστες από θρόνους και ύψωσε ταπεινούς». Μεγαλοφρονούσαν οι διασκορπισμένοι δαίμονες και ο διάβολος, οι σοφοί των Ελλήνων (όπως προείπα), οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς· αλλά αυτούς τους καθαίρεσε, και ύψωσε εκείνους που ταπείνωσαν τους εαυτούς τους κάτω από το πανίσχυρο χέρι του, δίνοντάς τους εξουσία να πατούν πάνω σε φίδια και σκορπιούς, και πάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού, καθιστώντας δε άπρακτες τις εναντίον μας βουλές εκείνων που είναι υπερήφανοι στη διάνοια. Κάποτε και οι Ιουδαίοι υπερηφανεύονταν για τη δύναμή τους· αλλά καθαιρέθηκαν εξαιτίας της απιστίας τους. Ενώ οι προερχόμενοι από τα έθνη, αν και άσημοι και ευτελείς, υψώθηκαν μέσω της πίστεως. «Πεινασμένους χόρτασε με αγαθά, και πλουσίους εξαπέστειλε κενούς». Ως πεινασμένους εννοεί το γένος των ανθρώπων· διότι λιμοκτονούσαν όλοι, εκτός μόνο από τους Ιουδαίους· ενώ αυτοί πλούτιζαν με τη νομοθεσία και με τη διδασκαλία των αγίων προφητών· διότι δική τους ήταν η νομοθεσία, η υιοθεσία, η λατρεία και οι επαγγελίες. Αλλά αυτοί, επειδή παραχόρτασαν και υπερηφανεύθηκαν πάρα πολύ για το αξίωμά τους, επειδή δεν προσήλθαν με ταπείνωση στον Ενανθρωπήσαντα, εξαποστάλθηκαν κενοί, χωρίς να φέρουν μαζί τους τίποτα: ούτε πίστη, ούτε γνώση, ούτε ελπίδα αγαθών. Διότι εξέπεσαν και από την επίγεια Ιερουσαλήμ, και αποξενώθηκαν από τη μέλλουσα ζωή και δόξα, επειδή δεν δέχθηκαν τον αρχηγό της ζωής, αλλά αντίθετα σταύρωσαν τον Κύριο της δόξης, και εγκατέλειψαν την πηγή του ζώντος ύδατος, και εξουθένωσαν τον άρτο που κατέβηκε από τον ουρανό. Για τον λόγο αυτόν, ήλθε σε αυτούς λιμός, ο πιο φοβερός από όλους, και δίψα πιο πικρή από κάθε άλλη δίψα· διότι δεν ήταν λιμός υλικού άρτου ούτε δίψα νερού, αλλά λιμός της ακοής του λόγου του Κυρίου. Οι προερχόμενοι, όμως, από τα έθνη, που πεινούσαν και διψούσαν και έλιωνε η ψυχή τους μέσα στα δεινά, επειδή δέχθηκαν τον Κύριο, γέμισαν από τα πνευματικά αγαθά· διότι μεταφέρθηκαν σε αυτούς τα καλά των Ιουδαίων. «Βοήθησε τον Ισραήλ, τον δούλο του, για να θυμηθεί το έλεός του». Βοήθησε τον Ισραήλ, όχι τον κατά σάρκα, αυτόν που καυχιέται μόνο για το ψιλό όνομα, αλλά τον κατά πνεύμα, αυτόν που έχει διατηρήσει τη δύναμη της προσηγορίας του, δηλαδή εκείνους που αποβλέπουν σε Αυτόν, πιστεύουν και υιοθετούνται μέσω του ίδιου του Υιού, όπως ακριβώς ήταν ο λόγος και η υπόσχεση προς τους παλαιούς προφήτες και πατριάρχες. Μπορεί, ωστόσο, αυτό να αρμόζει και στον κατά σάρκα Ισραήλ· διότι πολλές μυριάδες από αυτούς πίστεψαν.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες