Οὕτω μὴ μόνον κατὰ τὸ γεγραμμένον, «πρὶν ἢ γνῶναι τὸ κακὸν ἐξελέξατο τὸ ἀγαθόν», ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ γνῶναι τὸν κόσμον, ἐν ἐμβρύοις ὤν, ὑπερκόσμιος ὁ Ἰωάννης ἦν. Γεννηθεὶς δὲ πάντας καὶ εὔφρανε καὶ ἐξέπληξε τοῖς περὶ αὑτὸν θαυμασίοις· «χεὶρ γὰρ Κυρίου ἦν», φησί, «μετ’ αὐτοῦ» τερατουργοῦσα πάλιν οἷα καὶ πρότερον. Τὸ γὰρ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ στόμα, τὸ πεδηθὲν ὡς μὴ πιστεῦσαν τὴν ξένην τοῦ παιδὸς σύλληψιν, ἀνεῴχθη καὶ ἐνεπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καὶ προεφήτευσε τά τε ἄλλα καὶ περὶ τοῦ οἰκείου τούτου παιδός, λέγων· «καὶ σὺ παιδίον προφήτης Ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ, τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ». Καθάπερ δὲ συλληφθεὶς ὁ θεῖος παῖς οὗτος, τὸ ἐκ μητρικῆς νηδύος ἔμψυχον τῆς χάριτος ὄργανον, κατ’ αὐτὴν ἐκινεῖτο θείῳ καὶ ἠγαλλιᾶτο Πνεύματι, οὕτω καὶ γεννηθεὶς ηὔξανε πάλιν καὶ ἐκραταιοῦτο Πνεύματι. Ἐπεὶ δὲ οὐκ ἦν ἄξιος αὐτοῦ ὁ κόσμος, ταῖς ἐρήμοις ἐξ ἁπαλῶν ὡς εἰπεῖν ὀνύχων ἐνδιῃτᾶτο τὸν ἀεὶ χρόνον, ἄσκευον, ἀπεριμέριμνον, ἀπραγμάτευτον βίον ἀνύων, λύπης ἄμοιρον, παθῶν ἀγενῶν ἀμέθεκτον, ἡδονῆς τῆς χαμαιζήλου καὶ προσύλου ταύτης καὶ περὶ σῶμα καὶ τὰς σωματικὰς αἰσθήσεις μόνας σαινούσης ἀνώτερον· Θεῷ μόνῳ ζῶν, Θεὸν μόνον ὁρῶν, Θεὸν τρυφὴν οἰκείαν ποιούμενος.
Μετάφραση
Έτσι όχι μόνο σύμφωνα με το γεγραμμένο, «πριν να γνωρίσει το κακό επέλεξε το αγαθό», αλλά και πριν γνωρίσει τον κόσμο, ενώ ήταν έμβρυο, ο Ιωάννης ήταν υπερκόσμιος. Όταν γεννήθηκε, τους χαροποίησε όλους και τους εξέπληξε με τα θαυμαστά γεγονότα γύρω του· «διότι το χέρι του Κυρίου», λέει, «ήταν μαζί του» θαυματουργώντας πάλι όπως και προηγουμένως. Διότι το στόμα του πατέρα του, το οποίο είχε βουβαθεί επειδή δεν πίστεψε στην παράδοξη σύλληψη του παιδιού, άνοιξε και γέμισε με Άγιο Πνεύμα και προφήτευσε, μαζί με άλλα, και για το ίδιο του το παιδί λέγοντας: «και εσύ, παιδί, θα ονομαστείς προφήτης του Υψίστου· διότι θα προπορευτείς προ του προσώπου του Κυρίου για να ετοιμάσεις τους δρόμους του, ώστε να δώσεις γνώση σωτηρίας στον λαό του». Όπως ακριβώς κατά τη σύλληψή του αυτό το θείο παιδί, το έμψυχο όργανο της χάριτος ήδη από τη μητρική κοιλιά, κινούνταν μέσα της και αγαλλιούσε με το θείο Πνεύμα, έτσι και αφού γεννήθηκε μεγάλωνε πάλι και ενδυναμωνόταν με το Πνεύμα. Επειδή όμως ο κόσμος δεν ήταν άξιός του, διέμενε συνεχώς στις ερήμους σχεδόν από την πιο τρυφερή του ηλικία, διάγοντας βίο ακτήμονα, αμέριμνο, απαλλαγμένο από βιοτικές ασχολίες, ελεύθερο από λύπη, αμέτοχο από ταπεινά πάθη, ανώτερο από την ευτελή και υλική ηδονή, η οποία αφορά το σώμα και θωπεύει μόνο τις σωματικές αισθήσεις· ζώντας μόνο για τον Θεό, βλέποντας μόνο τον Θεό, κάνοντας τον Θεό δική του τρυφή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες