Ζητῶν δὲ παρ᾽ ἐμαυτῷ τί ἄρα ἦν τὸ ἐκπλῆξαν τοὺς πολλοὺς ἐν τῷ Ἰωάννῃ, ὡς θαυμάσαι αὐτὸν καὶ κηρύττοντι «βάπτισμα μετανοίας» πιστεῦσαι, πάντας τε πανταχόθεν τὰ οἰκεῖα ἀπολιπόντας συρρεῖν ἐπὶ τὴν ἔρημον, μάλιστα ὅτε μηδεμίαν αὐτοῦ πρᾶξιν ἱστοροῦσιν οἱ λόγοι· οὔτε γὰρ νεκροὺς ἐγείρας οὔτε ἕτερα θαύματα πεποιηκὼς ἀναγέγραπται· τί δὴ οὖν ἦν τὸ ἐκπλῆξαν τοὺς πάντας; ἢ μήποτε ὁ ξένος καὶ παραλλάττων τοὺς πολλοὺς αὐτοῦ βίος; προῄει γὰρ ἐκ τῆς ἐρήμου ξένην ἠμφιεσμένος στολήν, πᾶσαν δὲ τὴν κοινὴν ἀνθρώπων διατριβὴν ἐκτρεπόμενος, οὔτε γοῦν εἰς κώμην οὔτε εἰς πόλιν οὔτε εἰς κοινὸν σύλλογον ἀνδρῶν παρέβαλλεν, ἀλλ᾽ οὐδὲ τῆς κοινῆς μετεῖχεν τροφῆς· γέγραπται γοῦν, ὡς ἐκ τῆς τοῦ παιδὸς ἡλικίας «ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ»· ἀλλὰ καὶ «τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἦν ἐκ τριχῶν καμήλων πεποιημένον, ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον». μή πη οὖν ὁρῶντες ἄνδρα, ναζιραῖον μὲν θεοῦ τὴν τρίχα, θεοπρεπὲς δὲ πρόσωπον ὑποφαίνοντα, σχῆμά τε ξένον περιβολῆς ἠμφιεσμένον, ἀθρόως ποθὲν ἐξ ἀφανοῦς 〈καὶ〉 ἐρήμου φαινόμενον, καὶ μετὰ τὸ κήρυγμα πάλιν εἰς τὴν ἔρημον καὶ εἰς τὸ ἀφανὲς ὑποχωροῦντα, καὶ ἄποτον, ἄτροφον, ἀκοινώνητον τοῖς πολλοῖς, εἰκότως ἐξεπλήττοντο, μηδ᾽ ἄνθρωπον αὐτὸν ὑπονοοῦντες ὑπάρχειν; πῶς γὰρ τὸν μηδὲ ἐν χρείᾳ τροφῆς γινόμενον;
Μετάφραση
Αναζητώντας μέσα μου τι άραγε ήταν αυτό που κατέπληξε τους πολλούς στον Ιωάννη, ώστε να τον θαυμάσουν και να πιστέψουν σε αυτόν όταν κήρυττε «βάπτισμα μετανοίας», και να συρρέουν όλοι από παντού στην έρημο εγκαταλείποντας τις εστίες τους, μάλιστα ενώ τα κείμενα δεν εξιστορούν καμία θαυματουργική πράξη του· διότι δεν έχει καταγραφεί ούτε ότι ανέστησε νεκρούς ούτε ότι επιτέλεσε άλλα θαύματα· τι ήταν λοιπόν αυτό που κατέπληξε τους πάντες; Μήπως άραγε ο παράδοξος και διαφορετικός από των πολλών τρόπος ζωής του; Διότι προέβαλλε από την έρημο ντυμένος με παράξενη ενδυμασία, και, αποφεύγοντας κάθε κοινή συναναστροφή των ανθρώπων, δεν πλησίαζε ούτε σε χωριό ούτε σε πόλη ούτε σε κοινή συγκέντρωση ανδρών, αλλά ούτε καν συμμετείχε στην κοινή τροφή· είναι άλλωστε γραμμένο ότι από την παιδική του ηλικία «βρισκόταν στις ερήμους μέχρι την ημέρα της εμφάνισής του στον Ισραήλ»· αλλά και «το ένδυμά του ήταν φτιαγμένο από τρίχες καμήλας, και η τροφή του ήταν ακρίδες και άγριο μέλι». Μήπως λοιπόν, βλέποντας έναν άνδρα, Ναζιραίο του Θεού ως προς την κόμη, που φανέρωνε ένα θεοπρεπές πρόσωπο, ντυμένο με ένα παράξενο σχήμα ενδυμασίας, να εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά, από την αφάνεια και την έρημο, και μετά το κήρυγμα να αποσύρεται πάλι στην έρημο και στην αφάνεια, και χωρίς να πίνει, χωρίς να τρώει, χωρίς να επικοινωνεί με τους πολλούς, δικαιολογημένα εκπλήσσονταν, υποθέτοντας ότι δεν ήταν καν άνθρωπος; Διότι πώς θα μπορούσε να θεωρηθεί άνθρωπος αυτός που δεν είχε καν ανάγκη από τροφή;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες