ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ Περὶ τοῦ δεῖν τὴν εὐχὴν προτιθέναι πάντων. Πᾶσα πρᾶξις, ἀγαπητὲ, καὶ πᾶς λόγος τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κανών ἐστιν εὐσεβείας τε καὶ ἀρετῆς. Διά τοι τοῦτο καὶ ἐνηνθρώπησεν, ὡς ἐν εἰκόνι διαγράφων ἡμῖν εὐσέβειάν τε καὶ ἀρετὴν, ἵνα κατὰ δύναμιν ἕκαστος καὶ ἑκάστη ὁρῶντες ζηλώσωμεν τὸ ἀρχέτυπον. Διὰ γὰρ τοῦτο φορεῖ τὸ ἡμέτερον σῶμα, ἵνα καὶ ἡμεῖς αὐτοῦ τὴν πολιτείαν, ὡς οἷόν τε, μιμησώμεθα. Σὺ τοίνυν, ὅταν ἀκούσῃς λόγον ἢ πρᾶξιν αὐτοῦ, μὴ παρέργως καὶ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ἄκουε· ἀλλ᾽ ἔμβαινε εἰς τὸ βάθος τῶν θεωρημάτων· γίνου κοινωνὸς τῶν μυστικῶς παραδεδομένων. Μάρθα μὲν γὰρ τὸν Κύριον ὑποδέχεται· καθέζεται δὲ πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ Μαρία· ἐν δυσὶ δὲ ἀδελφαῖς καλὴ προθυμία· διάστησον μέντοι τὰ πράγματα. Ἡ μὲν γὰρ Μάρθα διηκόνει, παρασκευάζουσα τὰ πρὸς δεξίωσιν τῆς σωματικῆς αὐτοῦ χρείας· ἡ δὲ Μαρία, καθημένη πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ, ἤκουε τῶν λόγων αὐτοῦ. Ἡ μὲν οὖν ἀνέπαυε τὸ φαινόμενον, ἡ δὲ ἐδούλευε τῷ ἀοράτῳ. Ἦν γὰρ ἀληθῶς καὶ ἄνθρωπος καὶ Θεὸς ὁ παρὼν, ὁ αὐτὸς Δεσπότης ἀμφοτέρων τῶν γυναικῶν τὴν προθυμίαν ἀπεδέξατο. Ἀλλ᾽ ἡ μὲν Μάρθα, καμάτῳ πιεζομένη, μεσίτην γενέσθαι παρεκάλει τὸν Κύριον, ἵνα προσλάβῃ βοηθὸν τὴν ἰδίαν ἀδελφὴν τῆς διακονίας. Εἰπὲ, φησὶν, αὐτῇ, ἵνα ἀναστᾶσα συνδιακονῇ μοι. Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτήν· Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά.
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αʹ Περί του ότι πρέπει να προτιμάται η προσευχή πάνω από όλα. Κάθε πράξη, αγαπητέ, και κάθε λόγος του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού είναι κανόνας ευσέβειας και αρετής. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ενανθρώπησε, σκιαγραφώντας σε εμάς σαν σε εικόνα την ευσέβεια και την αρετή, ώστε, βλέποντάς την, ο καθένας και η καθεμία να ζηλώσουμε το αρχέτυπο, ανάλογα με τις δυνάμεις μας. Διότι γι' αυτό ενδύθηκε το δικό μας σώμα, για να μιμηθούμε κι εμείς τη δική Του πολιτεία, όσο είναι δυνατόν. Εσύ, λοιπόν, όταν ακούς κάποιον λόγο ή πράξη Του, μην τον ακούς επιπόλαια και απλά και στην τύχη· αλλά να εμβαθύνεις στο βάθος των νοημάτων· γίνε κοινωνός αυτών που έχουν παραδοθεί μυστικά. Διότι η μεν Μάρθα υποδέχεται τον Κύριο, η δε Μαρία κάθεται στα πόδια Του· και στις δύο αδελφές υπάρχει καλή προθυμία, διάκρινε ωστόσο τα πράγματα. Διότι η μεν Μάρθα διακονούσε, ετοιμάζοντας τα αναγκαία για την ικανοποίηση της σωματικής Του ανάγκης· η δε Μαρία, καθισμένη στα πόδια Του, άκουγε τους λόγους Του. Η μία, λοιπόν, ανέπαυε το ορατό, ενώ η άλλη υπηρετούσε το αόρατο. Επειδή Εκείνος που ήταν παρών ήταν αληθινά και άνθρωπος και Θεός, ο ίδιος ο Δεσπότης αποδέχθηκε την προθυμία και των δύο γυναικών. Αλλά η μεν Μάρθα, πιεζόμενη από τον κόπο, παρακαλούσε τον Κύριο να μεσολαβήσει, ώστε να λάβει την αδελφή της ως βοηθό στη διακονία. Πες της, λέει, να σηκωθεί και να με βοηθήσει στη διακονία. Ο δε Κύριος της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζεις περί πολλά».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες