Ἐγένετο δέ, τοῦ δαιμονίου ἐξελθόντος, ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι. Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· Ἐν Βεελζεβοὺλ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. Ἕτεροι δὲ πειράζοντες, σημεῖον παρ’ αὐτοῦ ἐζήτουν ἐξ οὐρανοῦ. Αὐτὸς δὲ εἰδὼς τὰ διανοήματα αὐτῶν, εἶπεν αὐτοῖς· Πᾶσα βασιλεία ἐφ’ ἑαυτὴν διαμερισθεῖσα ἐρημοῦται, καὶ οἶκος ἐπὶ οἶκον πίπτει. Εἰ δὲ καὶ Σατανᾶς ἐφ’ ἑαυτὸν διεμερίσθη, πῶς σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ, ὅτι λέγετε ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλειν με τὰ δαιμόνια; Εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβάλλουσι; Διὰ τοῦτο κριταὶ ὑμῶν αὐτοὶ ἔσονται. Εἰ δὲ ἐν δακτύλῳ Θεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.» Κωφὸς λέγεται μὲν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὁ μὴ λαλῶν, λέγοιτο δ’ ἂν καὶ ὁ μὴ ἀκούων, κυριώτερον δὲ ὁ μήτε ἀκούων, μήτε λαλῶν. Καὶ οἵγε ἐκ γενετῆς μὴ ἀκούοντες, οὐδὲ λαλοῦσιν· ἐξ ἀνάγκης γὰρ τοῦτο συμβαίνει αὐτοῖς. Ἐκεῖνα γὰρ λαλοῦμεν, ὅσα διὰ τοῦ ἀκούειν μανθάνομεν δηλαδή. Ὅταν δέ τις οὐκ ἀκούῃ, εἰκότως οὐδὲ λαλεῖ, πλὴν εἰ μὴ πολλάκις ὑπὸ πάθους ὕστερον ἐβλάβη τὰς ἀκοάς· τὸν τοιοῦτον γὰρ οὐδὲν κωλύει λαλεῖν. Ὁ τοίνυν τῷ Κυρίῳ προσαχθεὶς ἀμφότερα ἦν, καὶ τὴν γλῶτταν καὶ τὰ ὦτα κωφός. Σύμβολον δὲ οὗτος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἥτις ὑπὸ δαιμόνων κατεχομένη, οὔτε ἀκούειν ἠνείχετο λόγων Θεοῦ, οὔτε πολλῷ μᾶλλον ἐκλαλεῖν ἡδύνατο.
Μετάφραση
Και συνέβη, όταν εξήλθε το δαιμόνιο, ο κωφός μίλησε, και τα πλήθη θαύμασαν. Μερικοί όμως από αυτούς είπαν: «Με τη δύναμη του Βεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμονίων, εκβάλλει τα δαιμόνια». Άλλοι πάλι, πειράζοντάς τον, ζητούσαν από αυτόν σημείο από τον ουρανό. Αυτός όμως, γνωρίζοντας τις σκέψεις τους, τους είπε: «Κάθε βασιλεία που διαιρέθηκε εναντίον του εαυτού της ερημώνεται, και οίκος πέφτει πάνω σε οίκο. Αν λοιπόν και ο Σατανάς διαιρέθηκε εναντίον του εαυτού του, πώς θα σταθεί η βασιλεία του; Διότι λέτε ότι εγώ εκβάλλω τα δαιμόνια με τη δύναμη του Βεελζεβούλ. Αν όμως εγώ εκβάλλω τα δαιμόνια με τον Βεελζεβούλ, οι γιοι σας με ποιον τα εκβάλλουν; Γι' αυτόν τον λόγο, αυτοί θα είναι κριτές σας. Αν όμως εγώ εκβάλλω τα δαιμόνια με το δάχτυλο του Θεού, τότε έφτασε σε εσάς η βασιλεία του Θεού». Κωφός βέβαια λέγεται ως επί το πλείστον εκείνος που δεν μιλά, θα μπορούσε να λεχθεί και εκείνος που δεν ακούει, αλλά κυριότερα εκείνος που ούτε ακούει ούτε μιλά. Και εκείνοι που δεν ακούν εκ γενετής, ούτε μιλούν· διότι αυτό τους συμβαίνει κατ' ανάγκην. Επειδή, δηλαδή, μιλάμε εκείνα τα οποία μαθαίνουμε μέσω της ακοής. Όταν λοιπόν κάποιος δεν ακούει, φυσικό είναι ούτε να μιλά, εκτός και αν, λόγω κάποιας πάθησης, υπέστη αργότερα βλάβη στην ακοή του· διότι έναν τέτοιον άνθρωπο τίποτα δεν τον εμποδίζει να μιλά. Εκείνος, λοιπόν, που οδηγήθηκε στον Κύριο έπασχε και από τα δύο, ήταν κωφός και στη γλώσσα και στα αυτιά. Αυτός αποτελεί σύμβολο της ανθρώπινης φύσης, η οποία, επειδή βρισκόταν υπό την κυριαρχία των δαιμόνων, ούτε ανεχόταν να ακούει τα λόγια του Θεού, ούτε, πολύ περισσότερο, μπορούσε να τα εκφωνήσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες