Μακάριοι οἱ μὴ εἰδότες, καὶ πιστεύσαντες.» «Ἐγένετο ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου, εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε, καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. Αὐτὸς δὲ εἶπεν· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.» «Μακάριοί εἰσιν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, οὓς ἐλθὼν ὁ Κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι περιζώσεται, καὶ ἀνακλινεῖ αὐτοὺς, καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς. Καὶ ἐὰν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ φυλακῇ, καὶ ἐν τῇ τρίτῃ φυλακῇ, ἔλθῃ, καὶ εὕρῃ οὕτως, μακάριοί εἰσιν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι.» «Μακάριος ὁ μὴ κρίνων ἑαυτὸν ἐν ᾧ δοκιμάζει.» «Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόῤῥωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες, ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς. Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες, ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι. Καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ᾽ ἧς ἐξέβησαν, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι. Νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τουτέστιν ἐπουρανίου. Διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς, Θεὸς αὐτῶν ἐπικαλεῖσθαι. Ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν.» Καὶ μετ᾽ ὀλίγα· «Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεὼν, Βαράκ τε, καὶ Σαμψὼν, καὶ Ἰεφθάε, Δαβίδ τε, καὶ Σαμουὴλ, καὶ τῶν προφητῶν, οἱ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας.»
Μετάφραση
«Μακάριοι είναι εκείνοι που δεν είδαν και πίστεψαν.» «Ενώ έλεγε αυτά, μια γυναίκα από το πλήθος ύψωσε τη φωνή της και του είπε: Μακάρια η κοιλιά που σε βάσταξε και οι μαστοί που θήλασες. Εκείνος όμως είπε: Μακάριοι είναι μάλλον όσοι ακούνε τον λόγο του Θεού και τον τηρούν.» «Μακάριοι είναι οι δούλοι εκείνοι, τους οποίους ο Κύριος, όταν έλθει, θα τους βρει να αγρυπνούν. Αλήθεια σας λέω, ότι θα ζωστεί και θα τους βάλει να καθίσουν στο τραπέζι, και περνώντας θα τους υπηρετήσει. Και αν έλθει κατά τη δεύτερη φυλακή της νύχτας, ή αν έλθει κατά την τρίτη φυλακή, και τους βρει έτσι, μακάριοι είναι οι δούλοι εκείνοι.» «Μακάριος είναι εκείνος που δεν κατακρίνει τον εαυτό του για ό,τι επιδοκιμάζει.» «Όλοι αυτοί πέθαναν έχοντας την πίστη, χωρίς να λάβουν τις υποσχέσεις, αλλά τις είδαν από μακριά και τις χαιρέτησαν, και ομολόγησαν ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι πάνω στη γη. Διότι αυτοί που λένε τέτοια λόγια, φανερώνουν ότι αναζητούν πατρίδα. Και αν μεν θυμούνταν εκείνην από την οποία βγήκαν, θα είχαν τον χρόνο να επιστρέψουν. Τώρα όμως επιθυμούν διακαώς μια καλύτερη, δηλαδή την επουράνια. Γι' αυτό ο Θεός δεν ντρέπεται γι' αυτούς, να ονομάζεται Θεός τους. Επειδή ετοίμασε γι' αυτούς πόλη.» Και λίγο πιο κάτω: «Και τι άλλο να πω πλέον; Διότι δεν θα μου φτάσει ο χρόνος να διηγούμαι για τον Γεδεών, τον Βαράκ και τον Σαμψών, και τον Ιεφθάε, τον Δαβίδ και τον Σαμουήλ, και τους προφήτες, οι οποίοι μέσω της πίστης κατατρόπωσαν βασίλεια.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες