Μάρθα ἐγκαλεῖ ὑπὲρ τῆς ἀδελφῆς. Διδάσκει εὔχεσθαι τοὺς μαθητὰς, καὶ λέγει τὴν παραβολὴν τοῦ αἰτοῦντος ἄρτους τὸν φίλον τὸν ἐν τῇ κλίνῃ ὄντα. Θεραπεύει τὸν κωφὸν τὸν δαιμονιζόμενον. Τότε λέγουσιν, ὅτι «Ἐν Βεελζεβοὺλ θεραπεύει.» Εἶτα λέγει· «Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα, πορεύεται δι᾽ ἀνύδρων τόπων.» Εἶτα γυνή τίς φησι· «Μακαρία ἡ κοιλία,» καὶ τὰ ἑξῆς. Κατακριθήσεσθαι προλέγει τοὺς τότε ὑπὸ Νινευῒ, καί φησι· «Οὐδεὶς, λύχνον ἅψας, ὑπὸ τὸν μόδιον τίθησιν.» Εἰσῆλθεν ἀριστῆσαι πρὸς Φαρισαῖον. Ὁ δὲ ἐγκαλεῖ, ὅτι οὐκ ἐβαπτίσατο.
Μετάφραση
Η Μάρθα παραπονείται για την αδελφή της. Διδάσκει τους μαθητές να προσεύχονται και αναφέρει την παραβολή εκείνου που ζητά ψωμιά από τον φίλο του που βρίσκεται στο κρεβάτι. Θεραπεύει τον κωφό δαιμονιζόμενο. Τότε εκείνοι λένε ότι «με τη δύναμη του Βεελζεβούλ θεραπεύει». Έπειτα λέγει: «Όταν το ακάθαρτο πνεύμα βγει από τον άνθρωπο, περιπλανιέται σε άνυδρους τόπους». Κατόπιν, κάποια γυναίκα λέγει: «Μακαρία η κοιλία» και τα σχετικά. Προλέγει ότι οι άνθρωποι της εποχής εκείνης θα καταδικαστούν από τους Νινευίτες, και λέγει: «Κανείς, αφού ανάψει λυχνάρι, δεν το τοποθετεί κάτω από τον μόδιο». Εισήλθε για να γευματίσει σε οικία Φαρισαίου, ο οποίος παραπονείται διότι δεν νίφθηκε προ του γεύματος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες