Ὥσπερ οὖν οὐδὲν ὠφελεῖται ὁ ἐν σκότει περιπατῶν, ἐὰν λαμπάδας κατέχῃ ἐσβεσμένας πολλὰς καὶ περικαλλεῖς— οὔτε γὰρ ἑαυτὸν οὔτε ἕτερόν τινα ὡς ἐκ τούτων ὁρᾷ—, οὕτως οὐδὲ ὁ τὰς ἀρετὰς πάσας, εἰ οἷόν τε, δοκῶν ἐν ἑαυτῷ ἔχειν, μὴ ἔχων τὸ φῶς ἐν ἑαυτῷ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὐδὲ τὰς αὐτοῦ πράξεις καλῶς ἰδεῖν, οὐδὲ εἰ πρὸς ἀρέσκειαν Θεοῦ εἰσι, τελείως πεπληροφόρηται. Ἀλλ’ οὐδὲ ἄλλους ὁδηγῆσαι ἢ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ διδάξαι δύναται, οὐδὲ λογισμοὺς ἀλλοτρίους ἐστὶν ἀναδέχεσθαι ἄξιος, εἰ καὶ πατριάρχης ἐξ ἀνθρώπων γενήσεται, ἕως ἂν τὸ φῶς ἐν ἑαυτῷ φαῖνον κτήσηται. Φησὶ γὰρ ὁ Χριστός· «Περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ, καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει.» Εἰ οὖν ἐκεῖνος οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει, πῶς τὴν ὁδὸν ἄλλοις ὑποδείξει; Τί οὖν ὄφελος, ἐὰν λύχνον ἐσβεσμένον ἐπὶ ἑτέρᾳ λυχνίᾳ τις ἐπιθείη, πυρὸς καιομένου ἐστερημένῃ καὶ φαίνοντος. Οὐ γὰρ οὕτω δεῖ ποιεῖν! Ἀλλὰ πῶς; Ὡς αὐτὸς ὁ ἐπὶ πάντων Θεὸς διωρίσατο, φησὶ γάρ· «Οὐδεὶς λύχνον ἅψας εἰς κρυπτὴν τίθησιν, οὐδὲ ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι τὸ φέγγος βλέπωσι.» Τοῦτο οὖν εἰπὼν προστίθησι καὶ τὰ γνωρίσματα τοῦ ὁδηγουμένου λύχνου καὶ ἔχοντος μεθ’ ἑαυτοῦ τὸ φῶς, οὕτω λέγων· «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός.»
Μετάφραση
Όπως ακριβώς, λοιπόν, δεν ωφελείται καθόλου αυτός που περπατά στο σκοτάδι, αν κρατά πολλές και πανέμορφες σβηστές λαμπάδες —διότι εξαιτίας αυτών ούτε τον εαυτό του ούτε κανέναν άλλον βλέπει—, έτσι και εκείνος που νομίζει ότι έχει μέσα του όλες τις αρετές, αν αυτό είναι δυνατό, εφόσον δεν έχει μέσα του το φως του Αγίου Πνεύματος, ούτε τις δικές του πράξεις μπορεί να δει καθαρά, ούτε έχει την απόλυτη βεβαιότητα αν αυτές είναι αρεστές στον Θεό. Αλλά ούτε και να καθοδηγήσει άλλους ή να διδάξει το θέλημα του Θεού μπορεί, ούτε είναι άξιος να αναδέχεται λογισμούς άλλων, έστω και αν γίνει πατριάρχης από τους ανθρώπους, έως ότου αποκτήσει το φως που να λάμπει μέσα του. Διότι λέγει ο Χριστός: «Περπατάτε όσο έχετε το φως, για να μη σας καταλάβει το σκοτάδι, και όποιος περπατά στο σκοτάδι δεν ξέρει πού πηγαίνει». Εάν λοιπόν εκείνος δεν γνωρίζει πού πηγαίνει, πώς θα υποδείξει τον δρόμο σε άλλους; Τι όφελος υπάρχει, λοιπόν, αν τοποθετήσει κάποιος έναν σβηστό λύχνο πάνω σε μια άλλη λυχνία, η οποία στερείται φλεγόμενου και λαμπερού πυρός; Διότι δεν πρέπει να ενεργούμε έτσι! Αλλά πώς; Όπως όρισε ο ίδιος ο Θεός των όλων, διότι λέγει: «Κανείς, όταν ανάψει λύχνο, δεν τον τοποθετεί σε κρυφό μέρος, ούτε κάτω από το μόδιο, αλλά πάνω στη λυχνία, για να βλέπουν το φως όσοι εισέρχονται». Αφού λοιπόν είπε αυτό, προσθέτει και τα γνωρίσματα του λύχνου που καθοδηγείται και έχει μαζί του το φως, λέγοντας τα εξής: «Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες