Ἀλλ᾽ εἴπερ ἦν ἀληθὲς ὡς ἄρτου τοῦ δοθησομένου κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν μέλλοντα μνήμην ποιοῦνται προσευχόμενοι, διὰ τί προσεπάγουσι τὸ, «Δίδου ἡμῖν τὸ καθ᾽ ἡμέραν;» Ἔστι γὰρ ἔτι διὰ τούτων ἰδεῖν, ὅτι τῆς ἐφημέρου τροφῆς ποιοῦνται τὴν αἴτησιν ὡς ἀκτήμονες δηλονότι. Ἐπιούσιον δὲ τὸν αὐτάρκη νοεῖσθαι χρή· τέθεικέ που τὴν λέξιν καὶ ὁ μακάριος Ἀπόστολος, βραχὺ παραλλάξας, ἐπὶ τοῦ πάντων ἡμῶν Σωτῆρος Χριστοῦ· ἔφη γὰρ αὐτὸν ἑαυτῷ κατασκευάσαι λαὸν περιούσιον, ἀντὶ τοῦ ἐπιουσίου τὸν περιούσιον εἰπὼν, τουτέστι, τὸν ἀρκοῦντα, καὶ τοῦ τελείως ἔχειν οὐχ ἡττώμενον. <Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, κ.τ.λ.> (A f. 151) Βούλεται χρηστοὺς καὶ ἀμνησικάκους εἶναι τοὺς ἑαυτοῦ μαθητὰς ὁ Κύριος· ὡς ἀνεπιπλήκτως δύνασθαι λέγειν ἐν προσευχαῖς· Ἄφες ἡμῖν, ὅτι ἀφήκαμεν. «Ὢ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως!» Πρῶτον αἰτεῖν ἐπιτάττει τῶν αὐτοῖς ἡμαρτημένων τὴν ἄφεσιν, εἶθ᾽ οὕτως ὁμολογεῖν ὅτι πάντη τε καὶ πάντως ἀφήσουσι καὶ αὐτοί· καὶ ἵνα οὕτως εἴπω, τῆς ἐνούσης αὐτοῖς ἀνεξικακίας μιμητὴν [cod. μιμητὰς] ἐθέλουσι γενέσθαι τὸν Θεὸν, καὶ ἣν ἂν αὐτοὶ παράσχωνται τοῖς ὁμοδούλοις χρηστότητα, ταύτην ἐν ἴσῳ μέτρῳ ζητοῦσι λαβεῖν παρὰ τοῦ τὰ δίκαια νέμοντος, καὶ κατοικτείρειν ἅπαντας εἰδότος Θεοῦ. Καὶ μή τις οἰέσθω τοῖς τυχοῦσιν ἁπλῶς ἐξεῖναι λέγειν· «Ἄφες ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν.»
Μετάφραση
Αλλά, αν ήταν αλήθεια ότι καθώς προσεύχονται αναφέρονται στον άρτο που πρόκειται να δοθεί στον μέλλοντα αιώνα, γιατί προσθέτουν το «Δίνε μας κάθε μέρα»; Διότι είναι δυνατόν επιπλέον μέσα από αυτά να δει κανείς ότι κάνουν την αίτηση για την καθημερινή τροφή, προφανώς επειδή είναι ακτήμονες. Το δε «επιούσιον» πρέπει να κατανοείται ως τον επαρκή· κάπου έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη και ο μακάριος Απόστολος, παραλλάσσοντάς την λίγο, αναφερόμενος στον Σωτήρα όλων μας Χριστό· διότι είπε ότι Εκείνος ετοίμασε για τον εαυτό του λαό «περιούσιο», λέγοντας «περιούσιο» αντί για «επιούσιο», δηλαδή τον επαρκή, που δεν υστερεί στο να έχει την τελειότητα. <Και άφες ημίν τας αμαρτίας ημών, κ.τ.λ.> (A f. 151) Ο Κύριος θέλει οι μαθητές του να είναι αγαθοί και αμνησίκακοι· ώστε να μπορούν ακατάκριτα να λένε στις προσευχές: Συγχώρεσέ μας, διότι έχουμε συγχωρήσει. «Ω, βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως!» Πρώτα προστάζει να ζητούν τη συγχώρεση των αμαρτημάτων τους, και έπειτα έτσι να ομολογούν ότι απόλυτα και με κάθε τρόπο θα συγχωρήσουν και οι ίδιοι· και για να το πω έτσι, θέλουν να γίνει ο Θεός μιμητής της δικής τους ανεξικακίας, και την καλοσύνη που οι ίδιοι θα δείξουν στους ομοδούλους τους, αυτήν ζητούν να λάβουν με το ίδιο μέτρο από τον Θεό, ο οποίος απονέμει το δίκαιο και γνωρίζει να σπλαχνίζεται τους πάντες. Και ας μη νομίζει κανείς ότι επιτρέπεται στον οποιονδήποτε να λέει απλώς: «Συγχώρεσέ μας τις αμαρτίες μας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες