Καὶ γοῦν ἔφη που περὶ αὐτῶν ὁ τῶν ὅλων Θεός· «Πῶς ἐγένετο πόρνη, πόλις πιστὴ Σιὼν, πλήρης κρίσεως; Ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δὲ φονευταί· τὸ ἀργύριον ὑμῶν ἀδόκιμον, οἱ κάπηλοί σου μίσγουσι τὸν οἶνον ὕδατι, οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦσι, κοινωνοὶ κλεπτῶν, ἀγαπῶντες δῶρα, διώκοντες ἀνταπόδομα, ὀρφανοῖς οὐ κρίνοντες, καὶ κρίσει χήρας οὐ προσέχοντες.» Κεχώρηκε τοίνυν οἰκονομικῶς κατὰ τοῦ κρατοῦντος αὐτῶν ἀῤῥωστήματος. <Ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον, καὶ τὸ πήγανον καὶ πᾶν λάχανον, κ.τ.λ.> (A f. 163, C f. 133) Ἃ γὰρ ἔδει μάλιστα κατορθοῦν, ταῦτα παρέντες ὡς ἕωλα, τουτέστι τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, μόνας ἐκείνας ἀκριβῶς ἐτήρουν τὰς ἐντολὰς, ἤγουν τηρεῖσθαι προσέταττον παρὰ τῶν ὑπὸ χεῖρα λαῶν, αἳ πλείστων αὐτοῖς λημμάτων ὁδὸς ἦσαν καὶ ἀφορμή· ὥστε μηδὲ τὰ τῶν λαχάνων λεπτὰ καὶ οὐδενὸς ἄξια λόγου παρατρέχειν αὐτούς· ἔργον δὲ ἀγάπης τῆς εἰς Θεὸν, τὸ κατὰ μηδένα τρόπον προσκρούειν αὐτῷ, δεδιέναι δὲ τοῦ παντὸς νόμου τὴν παράβασιν, κρίσεως δὲ ἡ δικαιοκρισία, καὶ τὸ φροντίδος ἴσως ἀξιοῦν τὰ τεθεσπισμένα, καὶ μὴ καταῤῥᾳθυμεῖν μὲν τῶν ἀναγκαίων, μόνοις δὲ τοῖς ἐπικερδέσιν ἀκριβῶς ἐνορᾷν, ἀλλ᾽ ἀπροσκλινῆ ποιεῖσθαι τὴν ψῆφον, τὴν ἐφ᾽ ἑκάστῳ πράγματι· τὸ γὰρ ἄδικα κρίνειν, οὐκ ἀγάπην τὴν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τηρούντων ἐστί.
Μετάφραση
Και βέβαια είπε κάπου για αυτούς ο Θεός των όλων: «Πώς έγινε πόρνη, η πιστή πόλη Σιών, που ήταν γεμάτη δικαιοσύνη; Στην οποία αναπαυόταν η δικαιοσύνη, ενώ τώρα κατοικούν φονιάδες· το ασήμι σας είναι κίβδηλο, οι κάπηλοί σου αναμειγνύουν το κρασί με νερό, οι άρχοντές σου είναι απειθείς, συνένοχοι κλεφτών, αγαπούν τα δώρα, επιδιώκουν ανταλλάγματα, δεν αποδίδουν δικαιοσύνη στα ορφανά και δεν δίνουν προσοχή στην υπόθεση της χήρας.» Ενήργησε, λοιπόν, οικονομικώς ενάντια στην αρρώστια που τους κυριεύει. <Αποδεκατώνετε το δυόσμο και το απήγανο και κάθε λαχανικό, κ.τ.λ.> (A f. 163, C f. 133). Διότι, όσα έπρεπε κυρίως να κατορθώνουν, αυτά τα παρέλειψαν ως ξεπερασμένα, δηλαδή τη δικαιοσύνη και την αγάπη του Θεού, και μόνο εκείνες τις εντολές τηρούσαν με ακρίβεια, ή μάλλον πρόσταζαν να τηρούνται από τους υποταγμένους σε αυτούς λαούς, οι οποίες αποτελούσαν για αυτούς οδό και αφορμή για πάρα πολλά κέρδη· ώστε να μην παραβλέπουν ούτε τα μικρά και ανάξια λόγου λαχανικά. Έργο της αγάπης προς τον Θεό είναι το να μην έρχεται κανείς σε σύγκρουση μαζί Του με κανέναν τρόπο, και να φοβάται την παράβαση ολόκληρου του νόμου, και έργο του δικαίου είναι η δίκαιη κρίση, και το να θεωρούν εξίσου άξια φροντίδας τα θεσπισμένα από τον Θεό, και να μην αδιαφορούν από τη μία για τα αναγκαία, ενώ από την άλλη να προσέχουν με ακρίβεια μόνο τα επικερδή, αλλά να βγάζουν αμερόληπτη απόφαση για κάθε ζήτημα· διότι το να κρίνει κάποιος άδικα, δεν είναι γνώρισμα εκείνων που διατηρούν την αγάπη προς τους αδελφούς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες