Ἄκουσον, ἀγαπητέ· ἐὰν δὲ καὶ ἀνακριθεὶς τοῦ λαβεῖν τὴν αἴτησίν σου, μὴ παύσῃ βοῶν πρὸς αὐτόν, μὴ ῥᾳθυμήσῃς, ὡς μὴ εἰσακουσθείς. Μνήσθητι τῆς Χαναναίας, καὶ ζήλωσον τὴν ὑπομονὴν αὐτῆς, πῶς ἀνεκρίθη τοῦ τυχεῖν τοῦ αἰτήματος αὐτῆς, ὥστε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ προσελθεῖν περὶ αὐτῆς καὶ λέγειν, ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Μὴ ἀπέρριψεν αὐτὴν εἰς τέλος; Οὐκ ὀλίγον ἀνέκρινεν αὐτήν, καὶ ἔδωκεν αὐτῇ τὸ αἴτημα αὐτῆς; Πρὸς ἡμῶν διδαχθεῖμεν, ἵνα μάθωμεν ἀνακρινόμενοι ἐμμένειν τῇ αἰτήσει, καὶ ὄντως λαμβάνωμεν, εἰ καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐσμέν, ὡς καὶ αὕτη ἡ ἀλλόφυλος Χαναναία οὖσα, καθὼς καὶ ὁ Κύριος ἐνετείλατο, λέγων· τίς ἐξ ὑμῶν ἕξει φίλον, καὶ πορεύσεται πρὸς αὐτὸν μεσονυκτίου καὶ εἴπῃ αὐτῷ· φίλε, χρῆσόν μοι τρεῖς ἄρτους, ἐπειδὴ φίλος μοι παρεγένετο ἐξ ὁδοῦ πρός με, καὶ οὐκ ἔχω, ὃ παραθήσω αὐτῷ· κἀκεῖνος ἔσωθεν ἀποκριθεὶς εἴπῃ· μή μοι κόπους πάρεχε· ἡ θύρα κέκλεισται, καὶ τὰ παιδία μετ᾽ ἐμοῦ εἰς τὴν κοίτην εἰσίν· οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί σοι. Λέγω ὑμῖν, εἰ καὶ οὐ δώσει αὐτῷ ἀναστὰς διὰ τὸ εἶναι φίλον αὐτοῦ, διά γε τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ ἀναστὰς δώσει αὐτῷ, ὅσων ἂν χρῄζῃ. Κἀγὼ λέγω ὑμῖν· αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν. Ὡς καὶ ἐν τῷ ψαλμῷ λέγει· ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι, καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου.
Μετάφραση
Άκουσε, αγαπητέ· εάν δοκιμαστείς προτού λάβεις αυτό που ζητάς, μην πάψεις να Τον επικαλείσαι, μην αποθαρρυνθείς, με τη σκέψη ότι δεν εισακούστηκες. Θυμήσου τη Χαναναία και μιμήσου την υπομονή της, πώς δοκιμάστηκε προτού πετύχει το αίτημά της, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι μαθητές Του να Τον πλησιάσουν εξαιτίας της και να Του πουν: «Απόλυσέ την, διότι φωνάζει οπίσω μας». Μήπως την απέρριψε οριστικά; Δεν τη δοκίμασε για λίγο και κατόπιν της έδωσε αυτό που ζήτησε; Αυτά διδασκόμαστε προς όφελός μας, για να μάθουμε όταν δοκιμαζόμαστε να εμμένουμε στο αίτημά μας, και πράγματι να λαμβάνουμε, έστω κι αν είμαστε αμαρτωλοί, όπως ακριβώς και αυτή, που ήταν αλλόφυλη Χαναναία. Όπως επίσης παρήγγειλε ο Κύριος, λέγοντας: «Ποιος από εσάς θα έχει έναν φίλο, και θα πάει σε αυτόν τα μεσάνυχτα και θα του πει: Φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά, επειδή ένας φίλος μου ήρθε σε εμένα από ταξίδι, και δεν έχω τίποτα να του παραθέσω· και εκείνος από μέσα θα αποκριθεί και θα πει: Μην μου προκαλείς κόπους· η θύρα έχει κλείσει, και τα παιδιά είναι μαζί μου στο κρεβάτι· δεν μπορώ να σηκωθώ για να σου δώσω. Σας λέω, έστω κι αν δεν σηκωθεί να του δώσει επειδή είναι φίλος του, τουλάχιστον εξαιτίας της φορτικότητάς του θα σηκωθεί και θα του δώσει όσα χρειάζεται. Κι εγώ σας λέω: Αιτείτε, και θα σας δοθεί». Όπως λέει και στον ψαλμό: «Υπομένοντας υπέμεινα τον Κύριο, και με πρόσεξε, και εισάκουσε τη δέησή μου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες