Κακὸς ἦν οἰκονόμος τῆς ἐνθάδε ζωῆς ὁ πλούσιος ἐκεῖνος, οὗ ἡ χώρα ηὐφόρησεν, ἐπειδὴ τῇ εὐθηνίᾳ τῶν καρπῶν οὐδὲν ὁ ἄνθρωπος χρηστὸν ἐβουλεύσατο, ἀλλ’ ἀνοίξας γαστρὸς ἐπιθυμίαν καὶ τοὺς πλατεῖς καὶ ἀχωρήτους τῆς πλεονεξίας κόλπους πάντα ἀπεκλήρου τῇ ἑαυτοῦ ἀπολαύσει λέγων· Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· Ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα, ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου· καὶ μεταξὺ λαλοῦντος ὁ ἀπάγων ἐπέστη. Ἦλθε φοβερὸς σύνδουλος ἀνάσπαστον ἐκ τῆς οἰκονομίας ἀπάξων· καὶ τί τὸ ὄφελος τῆς φιληδόνου βουλῆς; Καὶ ταῦτα μὲν ἐμψύχως ἐγράφη εἰς νουθεσίαν ἡμῶν· Ἡ δὲ πεῖρα τοῦ βίου ποταπή;
Μετάφραση
Κακός οικονόμος της παρούσας ζωής ήταν εκείνος ο πλούσιος, του οποίου τα χωράφια έφεραν άφθονη σοδειά, επειδή, μπροστά στην αφθονία των καρπών, ο άνθρωπος δεν σκέφτηκε τίποτα το αγαθό, αλλά, ανοίγοντας την επιθυμία της κοιλιάς του και τους πλατείς και αχώρητους κόλπους της πλεονεξίας, τα προόριζε όλα για τη δική του απόλαυση λέγοντας: Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες, και θα πω στην ψυχή μου: Έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα, αναπαύσου, φάε, πιες, ευφραίνου. Και ενώ ακόμη μιλούσε, παρουσιάστηκε εκείνος που επρόκειτο να τον πάρει. Ήλθε ένας φοβερός σύνδουλος για να τον αποσπάσει βίαια από τη διαχείρισή του και να τον οδηγήσει μακριά. Και ποιο ήταν το όφελος της φιλήδονης απόφασής του; Και αυτά μεν γράφτηκαν παραστατικά για τη δική μας νουθεσία. Η πείρα όμως της ζωής τι είδους είναι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες