Τοῦτο τρίτον ἦλθε· τὸ πρῶτον, διὰ Μωϋσέως καὶ Ἀαρών· δεύτερον, καθ᾽ ὃν ἦν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, καὶ μετ᾽ αὐτὸν οἱ κριταί· τρίτον δὲ μετὰ τούτους, καθ᾽ ὃν γεγόνασιν οἱ μακάριοι προφῆται μέχρις Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Ἐν τούτοις γέγονε τοῖς καιροῖς ἄκαρπος ὁ Ἰσραήλ. Ὅσον γὰρ ἧκεν εἰς τὸ ἀγαθὸν θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, δῆλον δὲ ὅτι καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἀπαράδεκτος ἦν ὡς ἐν σκιαῖς καὶ τύποις λατρεία, ἄκαρπος παντελῶς τό γε ἧκον εἰς πνευματικὴν εὐοσμίαν. Γέγονεν οὖν καὶ ἀπόβλητος. Καὶ τοῦτο διδάξει λέγων αὐτὸς ὁ Σωτὴρ πρὸς τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατέρα καὶ Θεόν· «Θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας.» Καὶ διὰ Ἡσαΐου· «Τίς γὰρ ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν· Πατεῖν τὴν αὐλήν μου οὐ προσθήσεσθε· ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον θυμίαμα, βδέλυγμά μοί ἐστιν.» Ὃ δὴ μισεῖ καὶ βδελύττεται Θεὸς, πῶς ἂν νοηθείη καρπὸς εἶναι ψυχῆς νοητὸς, καὶ πνευματικὸς, καὶ εὐπαράδεκτος αὐτῷ; <Ἰδοὺ γυνὴ ἦν, πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ.> (A f. 190, B f. 133) Ἦν δὲ ἐν τῇ Συναγωγῇ γυνὴ ὀκτωκαίδεκα ἔτη ἐξ ἀσθενείας συγκύπτουσα. Ὀνίνησιν οὐ μετρίως τοὺς εὖ φρονοῦντας καὶ τοῦτο· δεῖ γὰρ ἡμᾶς πανταχόθεν τὸ χρήσιμον ἐρανίζεσθαι.
Μετάφραση
Αυτό ήρθε τρίτο: το πρώτο, διαμέσου του Μωυσή και του Ααρών· το δεύτερο, κατά την εποχή που ζούσε ο Ιησούς του Ναυή, και μετά από αυτόν οι κριτές· το τρίτο δε μετά από αυτούς, κατά την εποχή που υπήρξαν οι μακάριοι προφήτες μέχρι τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Σε αυτούς τους καιρούς ο Ισραήλ στάθηκε άκαρπος. Διότι, όσον αφορά το αγαθό θέλημα του Θεού και Πατρός, και προφανώς και του Υιού, η λατρεία με σκιές και τύπους ήταν απαράδεκτη και εντελώς άκαρπη ως προς την πνευματική ευωδία. Έγινε, λοιπόν, και απόβλητη. Και αυτό το διδάσκει ο ίδιος ο Σωτήρας, λέγοντας προς τον εν τοις ουρανοίς Πατέρα και Θεό: «Θυσία και προσφορά δεν θέλησας, ολοκαυτώματα και θυσίες για την αμαρτία δεν ευαρεστήθηκες.» Και μέσω του Ησαΐα: «Διότι ποιος ζήτησε αυτά από τα χέρια σας; Να πατήσετε την αυλή μου δεν θα επαναλάβετε· εάν φέρετε σιμιγδάλι, είναι μάταιο· το θυμίαμα, μου είναι βδέλυγμα.» Αυτό, λοιπόν, που μισεί και βδελύσσεται ο Θεός, πώς θα μπορούσε να νοηθεί ότι είναι νοητός και πνευματικός καρπός ψυχής, και ευπρόσδεκτος σε Αυτόν; <Ιδού, υπήρχε μια γυναίκα που είχε πνεύμα ασθενείας δεκαοκτώ έτη.> (A f. 190, B f. 133) Υπήρχε δε στη Συναγωγή μια γυναίκα που επί δεκαοκτώ έτη ήταν σκυφτή από την ασθένεια. Ωφελεί όχι λίγο όσους σκέπτονται ορθά και αυτό: διότι πρέπει εμείς από παντού να συλλέγουμε το ωφέλιμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες