Ἔξεστι δὴ οὖν κἀντεῦθεν ἰδεῖν, ὅτι τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμίν τε καὶ ἐνέργειαν ἡ ἁγία πεφόρηκε σάρξ· ἰδία γὰρ ἦν αὐτοῦ, καὶ οὐχ ἑτέρου τινὸς παρ᾽ αὐτὸν ὄντος Υἱοῦ καταμόνας καὶ ἰδικῶς, κατά γε τό τισιν ἀνοσιώτατα δοκοῦν. <Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ Σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, κ.τ.λ.> (A f. 190 b) Καίτοι πῶς οὐκ ἔδει μᾶλλον θαυμάσαι Χριστὸν ἀπολύσαντα τῶν δεσμῶν τὴν Ἀβραὰμ θυγατέρα;
Μετάφραση
Είναι δυνατόν, λοιπόν, και από αυτό να δούμε ότι η αγία σάρκα έφερε τη δύναμη και την ενέργεια του Θεού· διότι ήταν δική του, και όχι κάποιου άλλου Υιού, που υπήρχε χωριστά και ιδιαίτερα από αυτόν, όπως νομίζουν μερικοί με τον πιο ανόσιο τρόπο. <Ο αρχισυνάγωγος, όμως, αποκρινόμενος και αγανακτώντας επειδή ο Ιησούς θεράπευσε το Σάββατο, κ.λπ.> (A f. 190 b) Αν και πώς δεν έπρεπε μάλλον να θαυμάσει τον Χριστό, ο οποίος απελευθέρωσε από τα δεσμά τη θυγατέρα του Αβραάμ;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες