Πολλοῖς δὲ ἁγίων αἵμασι ποιεῖται ἔνοχον τὴν Ἱερουσαλήμ· καὶ τί τὸ ἐντεῦθεν; Ἀπολισθεῖν τῆς πρὸς Θεὸν οἰκειότητος, δῆλον δὲ ὅτι πνευματικῆς, ἔμελλον ἀποπέμπεσθαι τῆς τῶν ἁγίων ἐλπίδος. Τοῦτο λέγων, τὸν τόπον ἐδήλου ἐφ᾽ οὗ τὸ πάθος ἔμελλεν ὑπομένειν.—(A f. 199) Ὅτι δὲ ἦσαν ἀμνήμονες τῶν παρὰ Θεοῦ χαρισμάτων, δυσάγωγοί τε καὶ ὀκνηροὶ πρὸς πᾶν ὁτιοῦν τῶν ὠφελούντων αὐτοὺς, διέδειξεν εἰπών· «Ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα,» κ.τ.λ. Πεπαιδαγώγηκε γὰρ διὰ τοῦ πανσόφου Μωϋσέως, νενουθέτηκε διὰ προφητῶν ἁγίων· ἠθέλησεν ὑπὸ πτέρυγας, τουτέστι ὑπὸ σκέπην τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως ἔχειν αὐτοὺς, οἱ δέ γε τῶν οὕτως εὐκταιοτάτων διημαρτήκασιν ἀγαθῶν, ἀμνήμονες καὶ ἀχάριστοι ὄντες. <Οὐ μὴ ἴδητε, ἕως ἂν ἥξει ὅτε εἴπητε· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.> (A f. 199 b, B f. 137 b) Ἀποπεφοίτηκε γὰρ τῶν Ἱεροσολύμων ὁ Κύριος, ὡς ἀναξίους ὄντας τῆς ἑαυτοῦ παρουσίας ἀφεὶς τοὺς εἰπόντας· «Ἔξελθε, καὶ πορεύου ἐντεῦθεν.» Εἶτα περινοστήσας τὴν Ἰουδαίαν, καὶ διασώσας πολλοὺς, καὶ σημείων ἀποτελεστὴς τῶν ὑπὲρ λόγον γεγενημένος, ὑπενόστησε πάλιν ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις, τότε δὴ, τότε κεκάθικεν ἐπὶ τὸν πῶλον τῆς ὄνου, ὄχλοι δὲ πολλοὶ καὶ παῖδες ἄνηβοι, τὰ κάλυντρα τῶν φοινίκων ἀνατείνοντες, προεβάδιζον, εὐφημοῦντές τε καὶ λέγοντες, «Ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαβίδ· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.»
Μετάφραση
Καθιστά δε την Ιερουσαλήμ ένοχη για πολλά αίματα αγίων· και ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτού; Το ότι επρόκειτο να εκπέσουν από την οικειότητα με τον Θεό, δηλαδή προφανώς την πνευματική, και επρόκειτο να αποβληθούν από την ελπίδα των αγίων. Λέγοντας αυτό, φανέρωνε τον τόπο όπου επρόκειτο να υπομείνει το πάθος. — (A f. 199) Το ότι δε ήταν αμνήμονες των χαρισμάτων του Θεού, δύστροποι και οκνηροί προς οτιδήποτε από όσα τους ωφελούσαν, το απέδειξε λέγοντας: «Πόσες φορές θέλησα να επισυνάξω τα τέκνα σου», κ.λπ. Διότι τους παιδαγώγησε διαμέσου του πάνσοφου Μωυσή, τους νουθέτησε διαμέσου των αγίων προφητών· θέλησε να τους έχει υπό τις πτέρυγές του, δηλαδή υπό τη σκέπη της δικής του δυνάμεως, εκείνοι όμως απέτυχαν να λάβουν αυτά τα τόσο περιπόθητα αγαθά, όντας αμνήμονες και αχάριστοι. <Δεν θα με δείτε, έως ότου έρθει η ώρα που θα πείτε: Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.> (A f. 199 b, B f. 137 b) Διότι ο Κύριος αναχώρησε από τα Ιεροσόλυμα, εγκαταλείποντας ως ανάξιους της δικής του παρουσίας εκείνους που είπαν: «Έξελθε και πορεύου εντεύθεν.» Έπειτα, αφού περιόδευσε την Ιουδαία και διέσωσε πολλούς, και αφού επιτέλεσε σημεία που ξεπερνούν τη λογική, επέστρεψε και πάλι στα Ιεροσόλυμα, και τότε ακριβώς, τότε κάθισε πάνω στον πώλο της όνου, και πολλοί όχλοι και ανήλικα παιδιά, υψώνοντας τα βάγια των φοινίκων, προπορεύονταν, επευφημώντας και λέγοντας: «Ωσαννά στον υιό Δαβίδ· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες